Porta Rossa


Βρήκα τρόπο να τσακωθούμε. Αλήθεια, πώς; Εγώ θα σ’αγαπάω για πάντα και εσύ θα κατεβάζεις τις άνω τελείες. Πώς μπορείς να αγαπάς κάποιον που δεν έχεις δει ποτέ; Είσαι μπούφος. Στο ‘Συμπόσιο’ το λέει καθαρά. Τράβα διάβασε. Σε μένα το λες; Εγώ και τυφλός θα συνεχίσω να διαβάζω. Ναι, αλλά τα διαβάζεις κανονικά, από την αρχή στο τέλος. Τα βιβλία τα διαβάζουμε από την ανάποδη. Όπως τους ανθρώπους. Το τέλος κρίνει την αρχή ή το ελάττωμα την ύπαρξη; Είσαι λάθος. Και πάψε να προσπαθείς να κατεβάσεις το φράχτη που έχω χτίσει τόσα χρόνια γύρω μου. Πόσα χρόνια , για να’χουμε καλό ρώτημα; Από τότε που έσταξε μια πρέζα αμαρτία στη μπύρα μου. Ήτανε στον αφρό η μπύρα , για κολυμπούσες μίλια για τη στεριά; Ήτανε τρικυμία και έρημος. Εκεί που έφτανα στο καρνάγιο , ένα πεπερασμένο απειροσύνολο του πόθου και του πανικού μου έβγαζε το μάτι. Να αλλάξεις ματιά. Να βάλεις τη μπλε που δεν τελειώνει. Όλα τελειώνουν. Ξέρω κάτι που δεν τελειώνει. Τι είναι αυτό μαντμαζέλ; Μη μας πεις το σύμπαν και μας ξενερώσεις. Τσου. Όποιος λέει πως το σύμπαν είναι άπειρο , του έχει διαφύγει πως ο ίδιος έχει αρχή και τέλος. Πώς θα μπορούσαν τ’αστέρια να...; Φιλοσοφίες.. Μπα.. Λυγμοί και κραυγές. Του πόνου; Όχι. Του όρκου. Ορκίστηκα να σ’αγαπάω για πάντα και εσύ θα κατεβάζεις ένα κομματάκι φράχτη κάθε που.. Κάθε που; Όποτε γρατζουνάω με τα νύχια μου τις πέτρες. Δεν μ’αρέσουν οι γάτες. Προτιμώ τους χαμαιλέοντες που δεν μιλάνε. Δεν κάνουν θόρυβο οι νυχιές μου. Κάνει θόρυβο η σιωπή σου. Κρότου – λάμψης προσευχές είναι, θα με μάθεις. Δεν μ’αρέσουν ούτε οι προσευχές. Βρωμάνε χαλασμένο λιβάνι Θεού που πέθανε. Άστους Θεούς να φτιάχνουν την ανατολή που μου ‘ταξες και φτιάξε μου ένα τσιγάρο. Δεν κάνει. Κάνει. Θα σαλιώσω το χαρτάκι και η καρδιά θα μείνει υγρή. Να, ούτε το νερό δεν είναι αστείρευτο. Και αν υγράνεις την καρδιά , θέλει και λάδι. Κοκκινόλαδο ,απ’το καλό. Τι είναι αυτό; Είναι διασταύρωση λάβας και οργής. Και τι θες τώρα; Να εκτονώσεις τα χρωστούμενα στο πετσί μου; Εκ του μηδενός ήν ο λόγος , είπα. Και εκεί θα μείνει. Μηδενίζω πάει να πει απειρίζω δυό φορές. Γιατί μπορώ. Τελείωσες; Όχι, έχω και άλλα. Κάνε πιο κει. Πιάνεις χωροχρόνο. Αδύνατον. Ορκίστηκα να σ’αγαπάω και εσύ θα βάφεις την πόρτα. Είσαι τρελή. Βλέπεις πόρτες εκεί που έχει ταβάνι. Είναι ταβάνι με θέα. Σαν κάτι γυάλινες οροφές που σκίζονται από τις ηλιοστάλες. Είναι σπασμένο. Σαν το πάτωμα. Εκεί έχει ξύλο. Η φωτιά που είναι; Στα χέρια μου. Το μέταλλο, ο αέρας; Μέταλλο στις πληγές , αέρας στο περβάζι. Ωραία. Μάζεψες τέσσερα στοιχεία σε ένα μόριο. Τι κατάλαβες; Σσσσστ.. Μη μιλάς. Η δύναμη άπειρης αγάπης σε μηδενικό χρόνο.Που; Εδώ. Εκεί που φοράς το αστέρι και βλέπεις πάντα και για πάντα πως δεν διαλέγεις εσύ το δρόμο , ο δρόμος σε διαλέγει. Και όχι επειδή είσαι άβουλος. Αλλά επειδή είσαι αμέτρητος. Βρήκα τρόπο να τσακωθούμε ξανά. Αλήθεια, πώς; Να, εγώ θα σ’αγαπάω για πάντα και εσύ θα μ’αφήσεις να ταίσω τ’αστέρι σου.

1.1.11



Αυτές τις δυαδικού τύπου ημερομηνίες τις φοβάμαι και ας με πεις προληπτικιά. Πιο πολύ φοβάμαι μη σκάσει μύτη αυτός ο γραφικός και εκνευριστικός –πια κυριούλης και με ειρωνία μου πει: -τυχαίο; - δε νομίζω. Έκανα πάραυτα τη μετατροπή σε δεκαδικό και τα βγάζω δεκαπέντε. Μπορεί και έξι , αν δε με βολεύει το δεκαπέντε. Έκανα και την αντιστοίχιση με την αλφάβητο. Άκρη δεν βρήκα και τα παράτησα. Άκουσα και την Άση. Τώρα που θα’ρθει ο Ποσειδώνας στα ψάρια , θα είμαστε –λέει- σε πλήρη συμφωνία με τον κυβερνήτη μας. Οι αυταπάτες μας θα τρέφουν δικαιωματικά μόνο εμάς και όχι τους νεροχύτες γείτονες που ταλαιπωρήθηκαν τόσα χρόνια εν μέσω ορατού και αοράτου. Μπερδεύτηκα και πάλι. Ξεσκόνισα τη γυάλα μου. Έριξα μέσα και άλλη άμμο , άπλωσα την ασημένια ουρά μου και ξάπλωσα φαρδιά πλατιά περιμένοντας τον κυβερνήτη μου να ταράξει τα νερά. Κουράστηκα κομματάκι να του κλέβω την τρίαινα. Μπλέκεται το μαλλί με την περικεφαλαία , η τρίαινα με την κουκουβάγια , η σοφία με το ροζ , το τακούνι με το βατραχοπέδιλο, ο μανδύας με τα ψαρίσια πόδια. Μήπως πρέπει να ανησυχήσω που ανησυχώ; Μήπως θα ήταν πρέπον να κάτσω στα αυγά μου , να βάψω τα νύχια μου , να πετάξω και τέσσερα τατουάζ της θλίψης , να πετάξω και όσο μυαλό μου χάρισε ο πατέρας Δίας, και να κακαρίζω τα μελλούμενα; Μήπως θα ήταν πρέπον να λιώσω την ασπίδα , να παραιτηθώ από κάθε μάχη ,κάθε χαμένο έρωτα , κάθε φιλί του πόθου , κάθε αρχή της νιότης; Μήπως θα ήταν σωστό πια να μισήσω , να κλείσω τις πόρτες , να αράξω στο πεζοδρόμιο , να ρίξω τους κάβους , να λιώσω τα θέλω;

Δεκαπέντε. Όμικρον. Όπως , Ότι σε πόνεσε μπορεί να σε πονέσει ξανά. Όπως, Όρμα και όπου σε βγάλει. Όπως, Ότι θες...μπορείς. Ότι αγγίζεις ,είναι εδώ. Όλα ή τίποτα.Όπως, Όμοιος Ομοίω αεί πελάζει...

Μήπως θα ήταν πρέπον να ρίξω και άλλο τσίπουρο στη γυάλα μου; Και μπλουζ ντελούξ μου μ’αρέσει. Να γλύφω τα δάχτυλα μου , μέχρι να γίνει ο γλυκάνισος γκουρμέ δείπνο αθανασίας. Να τιγκάρω τα αυτιά μου μπάσσο , μέχρι ο ήλιος να λούσει τις πρωτοχρονιές μου. Να ξυπνήσω όπως γελούν οι εραστές. Σούρουπο δυαδικό σε δεκαδικό πανηγύρι. Να μου φιλήσεις το χέρι όπως το άλλο χαϊδεύει το πρόσωπο. Το δύο μου κρατάς. Φύλαξέ το. Έστω και άφιλτρο. Στο χορό των φράκταλ δεν έχει σημασία ποιός χάνει τα βήματα. Αρκεί η μυρωδιά της μνήμης. Που αγαπάει. Απλά , απόλυτα, αληθινά.

Απουσίες.


Μέρες τώρα με παιδεύουν οι απουσίες καλών φίλων. Φίλων διαδικτυακών που χρόνια τώρα τους «έμαθα» από τις γραφές τους. Μου λείπει ο Κύριος. Ο Spy. Η Σοφία.Ο Κωστής. Η Γλαύκη.Φίλων πραγματικών , που η καχυποψία , ο εγωισμός και η ατελείωτη περιστροφή γύρω από τον άξονά τους ,δεν τους αφήνει να δουν πέρα από τη μύτη τους. Μου λείπει η παρέα των φοιτητικών μου χρόνων. Μου λείπει η Φωτεινή και η Γεωργία. Πώς διάολο γίναμε έτσι; Μου λείπει η Σοφία. Που παίζαμε «τα μήλα».Και η Δήμητρα. Και η Ντέμη. Που πήγαν εκείνα τα ατέλειωτα βράδυα καψούρας ,που δεν κοίταζες στραβά την άλλη μήπως σου φάει το γκόμενο; Που γυρνούσαμε ξυπόλητες μετά από τρελό χορό και σταματούσαμε για μια βουτιά στη θάλασσα; Που στέγνωνε το στόμα από το ποτό και καλοπιάναμε με χαμόγελα , τον κύριο με τους λουκουμάδες για πιο πολύ σιρόπι σοκολάτα..Μου λείπει το απομεσήμερο στο ουζερί ,που γινόταν απόβραδο. Η μπιρίμπα και τα μπιριμπάκια. Το νευρικό γέλιο της Έλενας όταν έκλεβε. Το σηκωμένο φρύδι της Ήλιας όταν την έπαιρνε χαμπάρι. Μου λείπει η κοριτσίστικη αφέλεια , που καταπίνει τη γυναικεία ματαιοδοξία. Η παρορμητική δράση. Το χέρι που απλώνεται χωρίς το άλλο να περιμένει στη γωνία. Το ειλικρινές χαμόγελο. Το απόλυτο βλέμμα. Το σιωπηλό άγγιγμα του πόνου.Μου λείπει ο baeltimazilfas. Ο σοφός μου φίλος. Και ένα καζάνι με ζωμό χαρούμενων σκέψεων και αστερόσκονης να βουτήξω, μήπως θυμηθώ που άφησα τελευταία φορά τις ελπίδες μου.

Red**


Ονειρεύτηκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φαγητό για πολύ κόσμο. Όταν τη ρώτησα το λόγο, αποκρίθηκε πως μέχρι αύριο θα έχει φύγει , πως φροντίζει να μείνουμε όλοι χορτάτοι. Και ύστερα έφυγα κλαίγοντας , βρέθηκα στην αγκαλιά του παππού , με παρηγόρησε , μου είπε να ξυπνήσω ,να μη φοβάμαι και να μη δίνω σημασία σε ονείρατα που έχουν χρώμα. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα πιο πολύ το φευγιό της μάνας μου ή την παρουσία του μπάρμπα-Τάσου. Δεν ξέρω αν ήταν κάποιος οιωνός ,ούτε αν ήταν που κρύωνα. Θα’θελα να μπορώ να βιντεοσκοπήσω τα όνειρά μου και να τα δω με την ησυχία μου μετά – καρέ καρέ. Θα’θελα να είναι όλα ασπρόμαυρα και να μπορώ να τα χρωματίσω εγώ. Και τώρα που ετοιμάζομαι πάλι να ονειρευτώ, θα’θελα να ζήσω μέσα σε ένα όνειρο ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω , ότι δεν μπορώ να γευτώ , ότι δεν μπορώ να φωνάξω. Να φορέσω μια μάσκα. Μια μάσκα να κρύβει το πρόσωπο. Το πρόσωπο που κρύβει τον πόνο. Τον πόνο που τρώει την καρδιά. Την καρδιά που ποτέ δεν ξέρει.
Μου είπες πως σήμερα με νιώθεις κάπως...Σωστά μετράει το νιωθόμετρό σου. Φοβήθηκα. Είναι αλήθεια. Έμεινα ένα βήμα πίσω , μήπως προπορευτεί το όνειρο. Ήμουν πάντα ατσάλινη. Και τούτη η ανθρώπινη προβιά με στενεύει. Χρειάζομαι τώρα μια άνω τελεία. Για τα όνειρα προσεχώς. Και δυό εισαγωγικά, για τα λόγια που τρέχουν. Χρειάζομαι λίγο ροζ , για το πινέλο μου και μια πρέζα αλάτι για τις πληγές μου. Ένα κομμάτι χαρτί γιατί το ρημάδι το πληκτρολόγιο δεν ματώνει. Χρειάζομαι μια πένα. Να βγάλω τους λεκέδες απ’το παλιό κόκκινο φόρεμα.. Και ένα τραγούδι να βρέξω τα χείλη μου.

Silence Included


Μου είπες θα μου στείλεις ένα σκίτσο. Είπες πως θες να συνοδέψω με λίγα λόγια την εικόνα. Είναι σχετικά δύσκολο να γράψεις μια μικρή ιστορία για κάτι που έχει φανταστεί ένας καλλιτέχνης. Θυμάσαι τη διαφωνία μας για εκείνη τη γυναικεία μορφή; Εγώ τη φαντάστηκα χωρίς πόδια και εσύ την ήθελες αγωνίστρια. Παρόλο όμως που δεν ταυτίζονται πάντα οι ματιές ,ακόμα και όταν διασταυρώνονται στιγμιαία , έκανα μια προσπάθεια. Η ιστορία είναι μικρή , όπως και το σκίτσο σου. Ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στην έρημο.Η έρημος δεν είναι καυτή όπως οι άλλες. Ο ήλιος δεν τον τυφλώνει. Ούτε και η ανεμοθύελλα. Στο μακρύ ταξίδι του, βρήκε τη θάλασσα σε τρεις κόκκους άμμου. Λούστηκε τις αμαρτίες του , έσκισε τα ρούχα του , κοίμησε τα όνειρά του και περπάτησε ξανά μετά από καιρό το δρόμο τον μοναχικό. Σταμάτησε να ξαποστάσει. Ξάπλωσε να θυμηθεί. Σηκώθηκε να συνεχίσει. Άπλωσε το χέρι και σε μια στιγμή , έκανε τον ήλιο δικό του. Δάμασε τους αέρηδες. Βούλιαξε τα πόδια του στο κινούμενο άπειρο και βαπτίστηκε ξανά.Η σιωπή του ,πιο εκκωφαντική από την εγκόσμια απουσία του. Τι σημασία έχει; Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο.





Όταν μου στείλεις το σκίτσο, μπορεί η ιστορία να είναι καλύτερη.

f-post-it




Κάθε μαθητής , πρέπει να εξοπλίζεται με τα κατάλληλα εργαλεία.Τετράδια,γεωμετρικά όργανα, μολύβια και στυλό , σβηστήρια , μαρκαδόρους και μπογιές.Και χρωματιστά χαρτάκια για να θυμάται τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ξεχάσει.

Κάθε μαχητής , πρέπει να εξοπλίζεται με τα κατάλληλα όπλα.Χαμόγελα για τις κλεμμένες επιθυμίες, υπομονή για τις μεγάλες νύχτες, επιμονή για τις χιονισμένες μέρες.Και χρωματιστά χαρτάκια για να θυμάται ποιόν πρέπει και ποιόν δεν πρέπει να ξεχάσει.

Η αβάσταχτη αβεβαιότητα του είμαι.



Η απειλή της καθηγήτριας ήταν ξεκάθαρη. Αν δεν μάθετε το ρήμα ειμί , καλύτερα από το όνομά σας , καλύτερα να μην κανονίσετε καλοκαιρινές διακοπές . Μας έπιασε κρύος ιδρώτας θυμάμαι τότε. Είχαμε μάθει το λύω , ευαγγέλιο.Ποιός ο λόγος να μάθουμε και το ειμί; Άχρηστη γνώση για μελλοντικούς άχρηστους πολίτες , φίλους , συντρόφους , εραστές. Διότι , που μου χρησίμεψε εμένα το ειμί; Πιο χρήσιμη βρήκα την εξίσωση Mathieu , τα δυναμικά συστήματα μέχρι και την επίλυση τριωνύμου , παρά τις λίγες αρχαίες παπαγαλίες. Πολλές από τις προβληματικές καταστάσεις που αντιμετώπισα –είτε πραγματικές , είτε φανταστικές – εκτονώθηκαν όταν δοκίμασα αυτά που οι αριθμοί μου δίδαξαν. Η αλλαγή της οπτικής γωνίας , η ελπίδα πως ότι παρόμοιο έχει λυθεί , γίνεται απομηχανής θεός για αυτά που περιμένουν υπομονετικά λύση , η αγωνία της εναλλακτικής και η φιλοσοφία του παραλόγου που όμως μοιάζει απτό και απλό με οδήγησαν στο να απογειώσω το ειμί σε άλλα επίπεδα. Να το μεταφέρω σε παράλληλα σύμπαντα. Να το ταξιδέψω στο χρόνο. Αυτό το ειμί που έμεινε στάσιμο πριν πολλά πολλά χρόνια στη ναφθαλίνη, δυνάμωσε και έγινε αυτό που ήθελε τελικά να γίνει. Μπουσούλησε, περπάτησε , μίλησε , πέρασε εφηβεία, νιότη , σοκάκια και λεωφόρους για να εξελιχθεί σε γέφυρα. Μπορεί να μην ξέρει τι ακριβώς θέλει, ξέρει όμως τι δεν θέλει. Είμαι αυτό που ποτέ δεν θα καταλάβεις και ποτέ δεν θα δεις αν δεν μάθεις το δικό σου είμαι. Είμαι το θυμωμένο ειμί των παιδικών μου χρόνων , που έμαθε πως μεγαλύτερο ρίσκο από τον πόνο δεν υπάρχει. Πουθενά δεν άνθισε μεγαλύτερη ευτυχία από την αβεβαιότητα της αναζήτησής του.Και όλου του κόσμου οι γέννες ζήλεψαν την αναρχία της ύπαρξής του. Είμαι το το μικρότερο ειμί της γραμματικής , σχεδόν αόρατο μα πάντα εκεί. Απειλητικό και αγέρωχο. Όπως όλα τα άγνωστα.

expectation


Αποφάσισα αυτό το ποστ να είναι χαρούμενο.Θα γράψω για το πόσο ευτυχισμένη υπήρξα αυτές τις μέρες που ξανάρχισα να δουλεύω , που κατάφερα να πάρω εκείνες τις γόβες , που έκανα σέρβις στο μίκρα, που έβαλα τάξη στο χάος της βιβλιοθήκης , που μου πέτυχε η βαφή , που έπεσε η πρώτη σταγόνα βροχής και σκότωσε το καλοκαίρι , που δεν μου χάλασαν τα νύχια , που η κόρη μου αποφάσισε να χαρίσει 5 από τις μελαχροινές μπάρμπι που είχαμε υιοθετήσει (μαζί με ένα μπαούλο ρούχα και αξεσουάρ) , που δεν πήγα σε κάποια κηδεία τις τελευταίες 10 μέρες , που –επιτέλους – μετακομίζουν οι αποκάτω , που ο γιός μου σταθεροποιήθηκε για τρεις μέρες σε μία κοπέλα. Είναι και άλλα «που»...μα φοβάμαι πως από την πολύ ευτυχία θα αρχίσω να ουρλιάζω. Μήπως είναι καλύτερα να συνεχίσω να καθαρίζω τα μπουριά εν όψει χειμώνα; Μήπως είναι καλύτερα να πάψω να γκρινιάζω; Από την άλλη ποιόν ενοχλώ όταν τρώω τις καταθλιψάρες μου; Πειράζει που δεν μπορώ να είμαι απόλυτα ευγνώμων για όλα τα καλά και τα άσχημα που ζω; Που θέλω πιο πολλά; Χμμμμ και τα αξίζω κιόλας! Μου τα χρωστάνε! Να γλεντήσει ένα βράδυ η καρδιά και να ξυπνήσει καινούρια. Να σταματήσουν επιτέλους να καταστρέφουν τον μοναδικό πλανήτη που έχει σοκολάτα. Να μείνω στην αγκαλιά των παιδιών μου για πάνω από μια στιγμή αδυναμίας.Να γίνεις η άγκυρα που θα κρατάει τα πόδια μου στη στεριά – να γίνω τα φτερά που θα κρατάνε την καρδιά σου στα σύννεφα.Είναι στα αλήθεια η πιο παράξενη ζωή που έχω συναντήσει. Έχει σημασία τι θέλω; «....μ’αλλιώς η μοίρα το βουλήθη , πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη»...Έστριψα και στρίβω και θα στρίψω όσες φορές χρειαστεί ακόμα..μα αυτή η τελεία πάνω στο μεγάλο ερωτηματικό που ζω..είναι άβολη και δεν μπορώ να ξαπλώσω. Θέλω να ξεκουραστώ. Θα περιμένω. Τρέμοντας κάτω από το λυκόφως. Περιμένοντας την αυγή.

…+ a touch=…



Ρίξε ένα δαχτυλάκι ακόμα. Από το κόκκινο το καλό. Να γιορτάσουμε την αρχή της μέθης.Τη στιγμή της ανακύκλωσης. Την άνοιξη του χρόνου που ρυτίδιασε το νου. Στάξε μέλι , χυμούς και ανάσες. Στο όνομα της εφηβείας που τρέμει. Στο βωμό της θεάς που εκλιπαρεί. Για το χατήρι της. Για το ντέρτι του. Για όλες τις μέρες που νυχτώσανε δύσκολα. Και για εκείνες που ξημερώσανε στην αμμουδιά. Βάλε τα κρύσταλλα τα ακριβά. Εκείνα που παίζουν μουσική μόλις τα χαιδέψεις. Που μεταμορφώνουν το φως σε ύδωρ. Που κάνουν το κρασί να στενάζει. Εκείνα που στις σάλες συνοδεύουν γεύσεις και αρώματα. Φθηνά βεγγαλικά της νεόπλουτης ατραξιόν. Ακριβά αστέρια της αρχόντισας χορεύτριας. Γέμισε τα με λήθη και ευχή, έρωτα και φεγγάρια. Άστα να ξεχειλήσουν , να τραγουδήσουν την έμπνευση. Τη μούσα. Που δεν έμαθε ακόμα , πως θ’αγιάσει τις σκέψεις του. Ούτε πως θα βρει το δρόμο ν’ανασάνει στο στέρνο του. Ούτε τον τρόπο να αρπάξει ένα χαμόγελο μετά το νάμα. Και αν είμαστε αλλιώτικοι , μπορούμε ακόμα να μεθάμε. Στο πάρτυ της έλξης των ανόμοιων, τα όμοια ωχριούν. Υποκλίνονται και σωπαίνουν. Στη γιορτή της αποπλάνησης του νου, μόνο ο φόβος λείπει. Ανήμπορος μπροστά στο θαύμα της έναρξης , θυμώνει και φεύγει. Κανείς δεν μπορεί να γίνει τέλος στην τελεία. Ούτε καν ο πόνος.




«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη , στον ουρανό εκρύγνειται ένας αστέρας supernova…»
Δημήτρης Λιαντίνης - «Γκέμμα»

Turn the page.



Όταν έχασε όλη την περιουσία του στο τζόγο, έβαλε όπως όπως μερικά πράγματα σε ένα σακίδιο και πήρε τους δρόμους. Αν και τα περισσότερα τα είχε αφημένα σε ξένα σπίτια και αυλές , ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει δημιουργώντας νέες συνθήκες , νέα μέλη , νέους στόχους. Ο τρόπος που έγιναν όλα ήταν τέτοιος που τον είχε κάνει νευρικό και γκρινιάρη σαν παλιόγερο. Η απαξίωση των πάντων που τον έφεραν σε αυτό το σημείο σημάδευε κάθε βήμα του. Όλα ήταν στραβά καμωμένα και έπρεπε πάσει θυσία να ισιώσουν. Τα χρέη πολλά. Οι τόκοι περισσότεροι. Οι δανειστές απειλούσαν. Φοβόταν για τη σωματική του ακεραιότητα. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρεί μετρητά να ξεχρεώσει. Αυτό που τον ένοιαζε περισσότερο ήταν το μεγάλο πλήγμα που είχε υποστεί η αξιοπρέπειά του. Το εγώ που έγινε χιλιάδες κομμάτια. Και αυτά τα χρήματα θα ήταν το ξέπλυμα των προσωπικών του απλύτων λογαριασμών. Σκόπευε να κάνει αυτό που πάντα ήξερε να κάνει καλά για να τα τακτοποιήσει όλα. Είχε ωραίο παρουσιαστικό , κοφτερό μυαλό και αμείλικτη γλώσσα που σκεφτόταν πως έπρεπε να την περιορίσει λίγο. Όταν έπαιζε μουσική , ο κόσμος τον λάτρευε. Ποντάριζε μόνο στην τέχνη και την πάστα του. Καμιά θυσία αυτή τη φορά στη θεά τύχη.
Η θεά τύχη όμως είχε άλλη άποψη. Αφού τον παίδεψε με δουλειές που δεν καρποφορούσαν , αφού ταλαιπωρήθηκε να ζητιανεύει για το μεροκάματο που ούτε για τσιγάρα και λίγη τροφή και ασφαλή στέγη δεν έφταναν, του άφησε στο δρόμο του ένα διαμάντι. Ένα κομμάτι πολύτιμη πέτρα ακατέργαστη. Προσευχόταν να ερχόταν ο διάβολος μπας και κατορθώσει να συμφωνήσει μαζί του –με μια ενδεχόμενη ανταλλαγή, μα δεν εισακούστηκε καμιά προσευχή. Η πέτρα στα χέρια του ήταν παιχνίδι και έτρεμε από τη μιά να μην τη χάσει και από την άλλη καιγόταν να την ξεφορτωθεί. Ήθελε να βρει τρόπο να την πουλήσει, να κερδίσει την ευκαιρία για την χαμένη αξιοπρέπεια. Δεν ήξερε αν πρέπει να ρισκάρει ξανά. Πάλι τζόγος; Αν την πουλούσε , θα ξεχρέωνε. Αν την κρατούσε , θα ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία του και την τύχη. Θα είχε μετά από πολύ καιρό , κάτι πολύτιμο , δικό του. Κάτι που δεν θα τον απογοήτευε ποτέ. Κάτι , λαμπερό και θεσπέσιο , σκληρό και δυνατό μαζί. Υπάρχει δρόμος χωρίς τζόγο; Χωρίς τη δυνατότητα της επιλογής; Χωρίς την ηδονή της αμφισβήτησης; Χωρίς ίχνος βλακείας; Αυτή και αν είναι αεικίνητη...Ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις...Μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας.Το ρίσκο μεγάλο. Ίδρωσε. Τέτοια ευκαιρία; Πότε θα του δινόταν ξανά; Και ύστερα σκέφτηκε πως τούτη η ευκαιρία δεν δίνεται. Την κλέβεις. Αλλιώς μένει αδιάθετη και σε σκοτώνει. Και έπειτα σιώπησε. Ήταν εκείνη η σιωπή που συνδυάζεται με φωνή ύπαρξης. Ήταν γνώση χωρίς έπαρση. Αναγέννηση.

Tρίπτυχο





Το στούντιο ήταν βαλμένο στο δώμα της πολυκατοικίας. Από την τεράστια τζαμαρία έβλεπες πιάτο το λιμάνι και ο αέρας ήταν αδύνατο να σου επιτρέψει να μείνεις πολύ ώρα στο μπαλκόνι. Η πρώτη εντύπωση ήταν απογοητευτική. Μου θύμιζε αχούρι. Τρίποδα, παλέτες , μπογιές και πινέλα ότι και όπως να’ναι..αλλού ντ’αλλού πεταμένα. Παρόλα αυτά το μάτι συνήθισε εύκολα σαν να ανακατώθηκαν τα χρώματα , χόρεψαν πάνω σε καμβά ανέγγιχτο και γίναν πίνακας του Γκονγκ.Ηρεμία και γαλήνη..ένιωσα..πως ήταν ο φυσικός μου χώρος.
Είχαμε κλείσει το ραντεβού ένα μήνα πριν.Είπε πως τα έντονα χαρακτηριστικά και κυρίως το νερένιο βλέμμα θέλει να τα κάνει αθάνατα. Είπα πως αν καταφέρει να σκαλώσει τη στιγμή θα έλυνα αυτή τη θηλιά στο λαιμό που με πνίγει χρόνια τώρα. Ήταν κάτι σαν στοίχημα.
Στη μέση του καθιστικού ήταν ένα λευκό ανάκλιντρο. Με έβαλε να καθίσω εκεί , αφού πρώτα μου έφτιαξε ζεστή σοκολάτα. Στην αρχή κάθισα σαν κούτσουρο μη μπορώντας να βρω τις συντεταγμένες της τρισδιάστατης φιγούρας μου. Μετά από δυό τσιγάρα κατάφερα να απλωθώ με άνεση. Το ένα μου χέρι κρατούσε βαριεστημένα το κεφάλι , ο κορμός ήταν αφημένος στην τύχη του και τα πόδια μου αναποφάσιστα για το αν έπρεπε να φύγουν ή να μείνουν , βρήκαν τη θέση τους αγναντεύοντας το κενό στο τέλος του ανάκλιντρου...
Στάθηκε απέναντι μου και πίσω του ακριβώς ένας καθρέπτης. Μου είπε πως ο καθρέπτης είναι απαραίτητος γιατί μόνο έτσι μπορεί να κρίνει το έργο του σαν να μην είναι δικό του. Μου είπε πως έτσι έβλεπε τα λάθη του και τα διόρθωνε. Πώς έβαζε τις φωνές στον εαυτό του σαν αυστηρός κριτής, τον μάλωνε και μετά τον συμβούλευε. Πρόσεχε καλύτερα τη σκίαση και την προοπτική. Και αφού τακτοποίησε τα χρώματα , τα πινέλα και το θέμα του άρχισε..
Μα...
Έπειτα από τουλάχιστον τρεις ώρες δουλειά πέταξε με τη βία τα εργαλεία του..Σαν μανιακός που κάποιος τόλμησε να του πάρει το φαϊ από το στόμα , που τον κοροϊδεψε , τον ταπείνωσε , τον πρόσβαλε...

-Δεν χωράς..Σε έναν καμβά δεν χωράς ...είναι αδύνατο

Χαμογέλασα και αναρωτήθηκα χαμηλόφωνα..

-Δεν είμαι δα και τόσο χοντρή..

Με αγνόησε...

-Θα σε κόψω στα τρία..κεφαλή, κορμός , πόδια..
Δεν έχω τόσο μπλε να γράψω τα μάτια σου, δεν έχω τόσο πράσινο να ράψω το φουστάνι σου, δεν έχω τόσο απέραντο να περπατήσω τα πόδια σου.


Και ύστερα θύμωσα

-Μη γελιέσαι.. Δεν υπάρχω.Τίποτα, μόνο μια αισθητική εικόνων είμαι.Μην το ξεχάσεις αυτό.

...Σπάνιο πλάσμα... περιφέρεις τη ψυχή σου,αναλαμβάνοντας το κόστος. Μην παιδεύεσαι με τις σκιές...άστες σε μένα...εσένα σου αξίζουν ήλιοι..εσύ κράτα ως δώρο το σεβασμό να μη σου επιτρέψω να σου κοστίσω τίποτα..Το δώρο μου είναι αυτό , μέχρι να ενώσω τα κομμάτια σου.

Είπε και ανέκφραστος άρχισε ξανά.

Πολύ χιόνι





Εσύ τώρα νομίζεις πως σε ξέχασα. Έχεις τα δίκια σου. Πέρυσι κόσμος έμπαινε και έβγαινε άφηνε βαζάκια με γλυκό κουταλιού στο χαλάκι της εξώπορτας , λουλούδια στο περβάζι. Πέρασαν γιορτές , μια πρωτοχρονιά και ένας χειμώνας και έμεινες μόνο σου. Κλειστά παράθυρα και σκουριασμένοι σύρτες. Αράχνες και σκόνες. Σημάδια και ευχές γραμμένα στους τοίχους. Μουσικές και έρωτες χωμένοι στις χαραμάδες. Στάχτες στο τζάκι και μουντζούρα στα τζάμια.
Σήμερα είπα να ανοίξω λίγο τα παράθυρα, να μπει ήλιος και καθαρός αέρας. Βροχή και σύννεφο.Χιόνι και χαλάζι. Να πλύνει , να ξεπλύνει , να αγιάσει.Είπα να αλλάξω σεντόνια , τραπεζομάντηλα, τα παλιά κρύσταλλα, τα μαυρισμένα ασημικά. Είπα να πετάξω τα χαλασμένα , να αδειάσω τα τασάκια , να ξεσκονίσω , να συγυρίσω , να συμμαζέψω. Είπα να σου δείξω τα καινούρια σχέδια, τα καινούρια παπούτσια του χιονιού, το καινούριο μεθαύριο. Είπα να σε παίξω χιονοπόλεμο , να σου βάλω καρότο αντί για μύτη. Να σε κάνω χιονάνθρωπο , να σε προετοιμάσω , να σε πάρω μαζί μου.
-Καλημέρα...
-Τι νέα;
-Φεύγουμε.....
-Που;
-Πόλη χιόνι....Μη ρωτάς...


Ο διάβολος πουλούσε γαλότσες



Πρόσφατα έκανα την πρώτη μου επαγγελματική , αμφίδρομα επικερδή συμφωνία με τον διάβολο. Που -εντάξει ,δεν είναι και τόσο κακός , μη δίνετε σημασία στις φήμες -θα έλεγα πως είναι επαγγελματίας. Ήρθε και με συνάντησε σε μια περίεργη στροφή της ζωής μου. Εκεί που η επαγγελματική μου σταδιοδρομία ήταν αντιστρόφως ανάλογη με την προσωπική μου κατάντια. Σε κάτι τέτοιους κόμβους είναι που σκάνε αγγελάκια – ξωτικά νεράϊδες – τριβόλια και άλλα συναφή συμπαθητικά και μη ζωύφια. Νομίζω πως έχουν κάνει συμφωνία , να σκάνε όλα μαζί και να μας παιδεύουν και το πιο γελοίο είναι πως μάλλον γελάνε με την πάρτη μας. Βάζουν στοιχήματα για το πιο θα επικρατήσει , κλέβονται μεταξύ τους , τρίβουν τα χέρια τους οι νικητές , βρίζουν οι χαμένοι...θα έλεγα πως είναι σαν να παρακολουθούν τηλεπαιχνίδι , στήνουν κουρτίνες με ζόνκ και άλλες με φανταχτερά δώρα και περιμένουν να κάνουμε την σοφή επιλογή. Εμείς νομίζουμε πως μας οδηγεί το ένστικτο μα κατά βάθος ξέρουν πως το ένστικτό μας είναι μια μικρή προέκταση – προεξοχή θα έλεγα εγώ – του φθαρμένου από τη ζωή και την πάλη εαυτού μας. Σαν να κρέμεται από τα άκρα μας σάρκα που δεν κολλάει πουθενά γιατί δεν έχει υπόσταση. Κάποιοι το ένστικτο το έχουμε γυμνάσει να μπορεί να διακρίνει το λάκκο , να κάνει ελιγμό , να περνάει το εμπόδιο , να προχωρά στον φρεσκοργωμένο δρόμο. Κούνια που μας κούναγε. Το ένστικτό μας , μας πάει επιμελώς στον επόμενο λάκκο που πέφτουμε μέσα με μεγάλη επιτυχία νομίζοντας πως ήμαστε ήρωες που περάσαμε τον πρώτο λάκκο. Χαμογελάμε μέχρι τα αυτιά και αφήνουμε στον αέρα έναν τεράστιο αναστεναγμό ανακούφισης. Δοξάζουμε την τύχη μας, σηκωνόμαστε , καθαρίζουμε τα ρούχα και την ψυχή από τις λάσπες και σημειώνουμε στα τεφτέρια μας μια ακόμα εμπειρία ζωής. Ύστερα τις βάζουμε σε ένα κουτάκι , και καμαρώνουμε για αυτά που μάθαμε σκουντουφλώντας κάθε λίγο και λιγάκι σε λίμνες λάσπης και βρωμιάς. Χαιρόμαστε που αποφύγαμε να κάνουμε τα ίδια λάθη , παρόλο που οι λακκούβες ήταν παρόμοιες...Χαιρόμαστε που με τα χρόνια αποκτήσαμε καθαρά ρούχα και πολλά ζευγάρια παπούτσια να πηγαίνουν τα πόδια μας σε νέες στράτες. Χαιρόμαστε που κάθε μια τέτοια εμπειρία μας πήγε ένα βήμα μπροστά , που νιώσαμε ενήλικοι σε κάθε μας επιλογή και αποτάξαμε κάθε ίχνος παιδικής αθωότητας και αφέλειας. Χαιρόμαστε που σκληρύναμε με το πέρασμα του χρόνου , που φορέσαμε ασπίδα προστασίας στο κορμί αλώβητη από την κακία και την ατσάλινη ηθική και τάξη του κόσμου. Χαιρόμαστε που η δική μας τάξη νίκησε κατά κράτος την τάξη πραγμάτων των κακών. Που το χάος της κλειστοφοβικής μοναξιάς μας , έγινε οικογενειακή φωτογραφία στο σαλόνι.
Σε αυτό το χάος , έσκασε και η συμφωνία. Εγώ ήθελα να πετάξω στον ουρανό , να διορθώσω τις ατέλειες του κόσμου. Να πετάξω στα τάρταρα ότι δεν είχε την αρμονία που επιζητούσα.Στη γη συνάντησα μια σκιά , που έδωσε βάθος στην ομορφιά. Συνάντησα τις συγκρούσεις που παράγουν στο τέλος την αρμονία. Η πρόταση απλή , λιτή και απόλυτα κατανοητή. Ένα ζευγάρι γαλότσες , για μια ζωή πλούσια σε λακκούβες , κραυγές , λάθη , δάκρυα , χαρές , έρωτες με αντάλλαγμα τις γόβες μου.Μια ζωή πλούσια σε κέρματα και τζόγο με αντάλλαγμα τη γυναικεία μου ευαισθησία.Ένα ζευγάρι γαλότσες για όλες τις πλημμύρες που θα ακολουθούσαν. Μαγικές και ανθεκτικές. Με αντάλλαγμα να αποχωριστώ τα τακούνια μου.Συμφώνησα. Η σκιά με κοίταξε λυπημένη και ψέλλισε πως είμαι πολύ άσχημη με τις άχαρες μπότες. Δεν της απάντησα.Γύρισα την πλάτη μου επιδεικτικά. Άνοιξα το βήμα μου γρήγορα και χάθηκα στις σκιές της νύχτας. Το χέρι μου έπιασε ένα από τα κέρματα. Και στις δύο όψεις κεφαλή. Σε κέρδισα.

Hole , Black

[Τοίχος. Stop. Σε όλη τη διαδικασία σκέψης. Στη ροή των λέξεων.]Επιβράδυνση σε μηδέν σκέψεις ανά sec. Άδειασμα.[slap] Γιατί δεν βγαίνει τίποτα;Η απογυμνωμένη λευκή σελίδα του μυαλού , μεταφράζεται σε απογυμνωμένη λευκή σελίδα στο γραφείο.Που κάθεται εκεί , τόσο αθώα αντανακλώντας το φως της λάμπας.Αυτό το έντονα δυσάρεστο φως , πονάει , τυφλώνει..τυφλώνει τα μάτια.[Windows to the soul .Blinded. No windows, no images. No images, no thoughts.Blind].Λευκό.Η αναζήτηση της ιδέας επιστρέφει μηδέν αποτελέσματα.[Άλλη μια προσπάθεια;το άδειο κουτί της αναζήτησης χαμογελά περιπαίζοντάς με.]Τίποτα, nothing, nada, zilch , zero , blank, empty.Λευκή τρύπα πάνω στο γραφείο ,μιλάει αδιάφορα καθώς ρουφά κυριολεκτικά τα πάντα σε μια μαύρη τρύπα.Ο τοίχος του μυαλού με την ίδια αδιαφορία απαντά ‘’λευκό’’ , όταν το μυαλό εκλιπαρεί για οτιδήποτε εκτός του λευκού.Μα ποιός μπορεί να το ακούσει, αν δεν είναι κανείς εκεί;Πλιάτσικο του μυαλού. [ stop. wall. end. blank.]


.



..τελεία. Με μικρές ατέλειες στα τελειώματα. Οι ατέλειες που κάνουν ένα γλυπτό αριστούργημα. Που δεν θέλω να τις χαλάσω μην τυχόν και ξεχάσω πως τις δημιούργησα. Ποιό ήταν εκείνο το πέρασμα στην πραγματικότητα που οδήγησε στην ανάμνηση της εικόνας που τόσο καιρό έχτιζα , ιδρωμένη και κατακουρασμένη τις νύχτες; Ποιό ήταν εκείνο το φως που σκοτείνιαζε την απουσία;

...«εγώ ο άνθρωπος..τέλος δεν έχω..»


Και είμαι αυτό που δεν φαίνεται. Τα ρούχα που φορώ με προστατεύουν από τα ερωτήματά σου. Το δικό μου εγώ είναι στο σπίτι της σιγής και θα παραμείνει εκεί απαρατήρητο και απρόσιτο.Φοράω τις μάσκες μου και βγαίνω στους δρόμους κουβαλώντας μικρές τελείες , μια για κάθε μάσκα. Μέχρι να βρώ τα όπλα να πολεμήσω την τραχιά όψη. Μερικές φορές θαρρώ πως θα ‘θελα να έχω έναν εαυτό με προκαθορισμένο κλήρο. Θα γκρίνιαζα τότε για κάποιο λόγο. Τώρα δεν έχω λόγο να επαναστατήσω. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει , εκείνος που κάθεται στο πουθενά και στο ουδέποτε , ενώ οι άλλοι αναπροσδιορίζουν τις τελείες τους. Είμαι ο εαυτός που αναζητά τον τρόπο να του κλέψουν τις μάσκες. Θα’θελα να βρεθεί ο κλέφτης ήλιος που θα φιλήσει το γυμνό πρόσωπό μου και θα γεμίσει την ψυχή με αγάπη. Τότε δεν θα τις χρειάζομαι πια. Θα’θελα να βρω μια τελεία που να μην βάζει τέλος. Μια τελεία τετράγωνη , όχι στρογγυλή.Με γωνίες ..να κρύβομαι όταν φοβάμαι.

Εγκλήματα




Χθες σκότωσα. Μικρό ή μεγάλο το έγκλημα, έγινε. Σκότωσα ένα δαχτυλίδι , ένα εισιτήριο , δυό μέρες πριν τα Χριστούγεννα και ένα φτερό. Τα έβαλα όλα σε ένα σακουλάκι πλαστικό , διαφανές και τα πέταξα στη θάλασσα. Φοβάμαι πως κάποια μέρα θα τα ξεράσει το κύμα, θα τα φτύσει στα πόδια μου κάποιο ανέμελο καλοκαίρι. Φοβάμαι μήπως το φτερό με αναζητήσει ξανά.Τρέμω μήπως οι δυό μέρες που έπνιξα , γίνουν χρόνια. Μήπως το εισιτήριο γίνει βαρκούλα. Και εκείνο το δαχτυλίδι , δεν χωρούσε στο χέρι μου , στο ορκίζομαι. Ήταν θαμπό χωρίς εσένα να το ζεσταίνεις. Με καράτια μετράμε την αξία του μα την αξία την πήρες μαζί σου. Ήταν πολλά , πολλά και αυτά που είπες πριν...


Να προσέχεις, θέλω να γελάς.Και να μη μείνεις μόνη. Και να μην κλαις.


Εγκληματίας από πρόθεση. Για να τηρήσω την υπόσχεση. Σκοτώνω για να λευτερωθώ. Αυτό με κάνει κακό άνθρωπο; Είμαι εξοργισμένη. Ζώο ανήμερο. Κλουβί ένας διαμαντένιος χαλκάς που με έσφιξε. Σαν τη σκιά σου που έρχεται στον ύπνο μου. Είμαι εκτός εαυτού. Με αυτά που συνομώτησαν για να φύγεις. Εγκληματίας εξ αμελείας. Για να χαιδέψω τον εαυτό μου ξανά.Πριν τον χάσω. Σκοτώνω ότι έμεινε για να μείνει μόνο η τελευταία σου λέξη.

Synaisthesia**



Εμένα άσε με εκεί...
Εκεί που συνεχίζω τους δρόμους μου...
...γιατί περισσεύει χαμόγελο, μεγαλώνει το μπόι, γαληνεύει η ματιά ...γιατί αποφάσισα να ιδρώσω για μένα και για τις χίλιες πλην μιά νύχτες μου - για την άλλη που μου χρωστάς δεν κρατώ τεφτέρι......γιατί συνήθισαν οι πατούσες μου την άμμο , και οι κόκκοι τρελάθηκαν να χορεύουν......γιατί το καλοκαίρι μου τώρα άρχισε , ανάμεσα σε παιδικές φωνές, νυσταγμένα πρωινά βλέμματα...γιατί σώθηκε το μελάνι , στέγνωσε το νερό των ματιών, ξεχείλησε το νερό της ψυχής και μ’ έπνιξε...
...γιατί....
Άσε με εκεί....γιατί έτσι θέλω...

Katyara



Δεν έχεις να πείς τίποτα. Ξαφνικά έγινες καράβι φορτωμένο θησαυρούς λήθης. Ταξίδι στο τρίγωνο του διαβόλου. Παλίνδρομος κύηση. Ένα μωρό που δεν μεγάλωσε στην κοιλιά της μάνας του. Υπήρχε όμως , χωρίς καρδιοχτύπι. Μόνο μια σκιά ,πίσω από ρημαγμένο εγώ. Την τελευταία φορά που σε είδα , ήταν τα χέρια σου γεμάτα κήπους. Την τελευταία φορά που με είδες ήμουν στην πόρτα , με μέλι και γλυκό κεράσι.Είχα μάθει να σε υποδέχομαι με χαμόγελα και ευχές. Είχα μάθει να αγκαλιάζω τις κούρασές σου , να ιδρώνω τα τραύματά σου. Είχα μάθει να ακούω τις νότες σου και να μεθάω τα ξωτικά σου.Είχες μάθει να πιάνεις στα χέρια σου φτηνό πλαστικό. Είχες μάθει να καις την ουσία και λυπόσουν που ο καπνός έτσουζε τα μάτια σου. Είχες μάθει να ταϊζεις τη γάτα με αποφάγια , και έκλαιγες όταν αυτή πηδούσε απ΄τον τέταρτο. Είχες μάθει να ζωντανεύει μετά , να τινάζει το τρίχωμά της, να χαιδεύει τα πόδια σου , να τεντώνει την ουρά της , να γλύφει τις πληγές της μόνη της, να σκοτώνει τα μικρόβια , να κατατροπώνει τους ποντικούς , να νιαουρίζει όταν ήσουν μακρυά της.Το τώρα είναι αλλιώτικο. Η γάτα έγινε μεγάλη και ζωηρή. Katyara. Στην όψη άγρια, μαγευτική , άπιαστη. Στο άγγιγμα , ρεύμα ηλεκτρικό. Ένα μόνο θύμιζε την παλιά,εκείνη την άμορφη μορφή. Τα μάτια , τα γαλανά. Που θάλασσες μάζεψαν όταν γεννήθηκε. Η γάτα άλλαξε. Έγινε ορμητική η θάλασσά της. Και όλοι εσείς που κολυμπάτε αμέριμνα στα μάτια της θα βάλει τα κλάματα και θα σας πνίξει.

9 Degrees


Μισός ψάρι , μισός άνθρωπος. Αν ήταν γυναίκα θα την έλεγαν γοργόνα. Έψαξα να βρω τι είναι αυτό που ορίζει στους ανθρώπους τη νερένια , αυτή τη διάφανη φύση τους. Που είναι τρομακτικά ελκυστική. Που ενώ σε κερδίζουν με την ευαισθησία τους , ταυτόχρονα γεμίζουν το χώρο με μια αδιόρατη ασπίδα σκληρή και άκαμπτη. Το νερό μπορεί να είναι πύρινο , σε καίει στο πέρασμά του με απώτερο σκοπό να σε δροσίσει μετά..αφού σε έχει λιώσει , να σε χαιδέψει. Δεν ρώτησα πολλά γιατί δεν χρειάστηκε. Ήταν σαν να παίρνω συνέντευξη από ένα βρυκόλακα. Αρκέστηκα στο να ακούω εκείνους τους περίεργους ήχους.
Σαν γένεση ήταν. Σαν αρχή , απαρχή, συνέχεια , κατάληξη , λήξη, αρχή ξανά, αέναη κίνηση του όλου.Λατρεία αγνώστου θεού. Θυσία του νου για μια ιδέα. Νερένιο πλάσμα. Άϋλο. Μια λέξη μόνο. Ξεγλίστρημα. Μια κίνηση. Σπασμός. Μια αναπνοή. Και φεύγει. Μέχρι να γυρίσει ξανά εκεί που ανήκει. Εκεί που δεν ανήκει. Εκεί που στάζει φως.Αν ήταν θηλυκό , θα ήταν σειρήνα. Αγκαλιά. Αν ήταν παιδί θα έπινε ζωή με τις χούφτες.
Θα πάρει καιρό. Σαν κρασί που ποτίζει το ξύλο και γίνεται νέκταρ.Μέχρι να ξαναρθεί , θα πάρει καιρό. Μα δεν έχει σημασία. Χάνεται η αξία όλων όταν η διαδικασία είναι απλή και σύντομη. Απλόχερη και απτή. Το άπειρο είναι στα μαθηματικά , το προφανές συνώνυμο ψέμα του. Για τους απελπισμένους γήινους που δεν πίστεψαν ποτέ τους στο κάρμα και τη συμπαντική διάσταση του χωροχρόνου.Μικρό νερένιο σύμπαν κρατάς σφιχτά.Μια σταγόνα θέλω να βρέξω τα χείλη μου.

(Sh)out





Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Όπως ήθελαν να γίνουν. Ακόμα και τα λάθη. Κυρίως αυτά που δεν έκανα.Ήθελα να λιώσω στον ήλιο τα κομμάτια που δεν ταίριαζαν με τα υπόλοιπα. Και ομολογώ πως τα κατάφερα.

Στο νησί που βρέθηκα φέτος, στάθηκα μόνο τρία λεπτά στο Καλογερικό. Τόσο μου πήρε να καταλάβω πως δεν είμαι τόσο γενναία. Τόσο μπλέ δεν το άντεξα.Ούτε και τους αέρηδες. Τα σκαλιά που οδηγούσαν στο μοναστήρι , δεν κατάφερα να τα ανέβω. Πάλι δείλιασα.Μα ,δεν με αναγνώριζα. Στην Αγία Άννα , όμως, κρεμάστηκα σε ένα βράχο και πήδηξα στα παγωμένα νερά. Βαπτίστηκα ξανά γενναία και δυνατή. Και βλέποντας εκείνη την ανατολή , τράβηξα και τις μοναδικές φωτογραφίες. Όσο ο ήλιος έγλυφε το βουνό πίσω από την πόλη και την ξάπλωνε νωχελικά στην αγκαλιά του...σκεπτόμουν...
......πόσα πράγματα , πόσες σκέψεις, πόσες απορίες , πόσες αμαρτίες, μπορείς να ξεπλύνεις σε μια θάλασσα; Πόσα λάθη , πόσα σωστά , πόσα ‘’δεν ξέρω’’, πόσα ‘’δεν μπορώ’’ μπορείς να αφήσεις έρμαια στον αέρα που λυσσομανά;Πόσες φωτογραφίες να πάρεις μαζί σου από δρόμους , γκρεμούς , αμμουδιές..; Πόσα διλλήματα χωράνε σε μια προσευχή , πόσες κραυγές για το τίποτα που άφησα να χαθεί ...εκεί που βρήκε τελικά το δρόμο του και έγινε...

....ταξίδι.......με αρχή και τέλος το ίδιο σημείο.

Δυνατή και γενναία δεν υπήρξα τελικά ποτέ. Έλιωσα στον ήλιο και τα τελευταία κομμάτια που δεν ταίριαζαν με τα υπόλοιπα. Τώρα άσε με να φωνάξω.


top