1.1.11



Αυτές τις δυαδικού τύπου ημερομηνίες τις φοβάμαι και ας με πεις προληπτικιά. Πιο πολύ φοβάμαι μη σκάσει μύτη αυτός ο γραφικός και εκνευριστικός –πια κυριούλης και με ειρωνία μου πει: -τυχαίο; - δε νομίζω. Έκανα πάραυτα τη μετατροπή σε δεκαδικό και τα βγάζω δεκαπέντε. Μπορεί και έξι , αν δε με βολεύει το δεκαπέντε. Έκανα και την αντιστοίχιση με την αλφάβητο. Άκρη δεν βρήκα και τα παράτησα. Άκουσα και την Άση. Τώρα που θα’ρθει ο Ποσειδώνας στα ψάρια , θα είμαστε –λέει- σε πλήρη συμφωνία με τον κυβερνήτη μας. Οι αυταπάτες μας θα τρέφουν δικαιωματικά μόνο εμάς και όχι τους νεροχύτες γείτονες που ταλαιπωρήθηκαν τόσα χρόνια εν μέσω ορατού και αοράτου. Μπερδεύτηκα και πάλι. Ξεσκόνισα τη γυάλα μου. Έριξα μέσα και άλλη άμμο , άπλωσα την ασημένια ουρά μου και ξάπλωσα φαρδιά πλατιά περιμένοντας τον κυβερνήτη μου να ταράξει τα νερά. Κουράστηκα κομματάκι να του κλέβω την τρίαινα. Μπλέκεται το μαλλί με την περικεφαλαία , η τρίαινα με την κουκουβάγια , η σοφία με το ροζ , το τακούνι με το βατραχοπέδιλο, ο μανδύας με τα ψαρίσια πόδια. Μήπως πρέπει να ανησυχήσω που ανησυχώ; Μήπως θα ήταν πρέπον να κάτσω στα αυγά μου , να βάψω τα νύχια μου , να πετάξω και τέσσερα τατουάζ της θλίψης , να πετάξω και όσο μυαλό μου χάρισε ο πατέρας Δίας, και να κακαρίζω τα μελλούμενα; Μήπως θα ήταν πρέπον να λιώσω την ασπίδα , να παραιτηθώ από κάθε μάχη ,κάθε χαμένο έρωτα , κάθε φιλί του πόθου , κάθε αρχή της νιότης; Μήπως θα ήταν σωστό πια να μισήσω , να κλείσω τις πόρτες , να αράξω στο πεζοδρόμιο , να ρίξω τους κάβους , να λιώσω τα θέλω;

Δεκαπέντε. Όμικρον. Όπως , Ότι σε πόνεσε μπορεί να σε πονέσει ξανά. Όπως, Όρμα και όπου σε βγάλει. Όπως, Ότι θες...μπορείς. Ότι αγγίζεις ,είναι εδώ. Όλα ή τίποτα.Όπως, Όμοιος Ομοίω αεί πελάζει...

Μήπως θα ήταν πρέπον να ρίξω και άλλο τσίπουρο στη γυάλα μου; Και μπλουζ ντελούξ μου μ’αρέσει. Να γλύφω τα δάχτυλα μου , μέχρι να γίνει ο γλυκάνισος γκουρμέ δείπνο αθανασίας. Να τιγκάρω τα αυτιά μου μπάσσο , μέχρι ο ήλιος να λούσει τις πρωτοχρονιές μου. Να ξυπνήσω όπως γελούν οι εραστές. Σούρουπο δυαδικό σε δεκαδικό πανηγύρι. Να μου φιλήσεις το χέρι όπως το άλλο χαϊδεύει το πρόσωπο. Το δύο μου κρατάς. Φύλαξέ το. Έστω και άφιλτρο. Στο χορό των φράκταλ δεν έχει σημασία ποιός χάνει τα βήματα. Αρκεί η μυρωδιά της μνήμης. Που αγαπάει. Απλά , απόλυτα, αληθινά.

Απουσίες.


Μέρες τώρα με παιδεύουν οι απουσίες καλών φίλων. Φίλων διαδικτυακών που χρόνια τώρα τους «έμαθα» από τις γραφές τους. Μου λείπει ο Κύριος. Ο Spy. Η Σοφία.Ο Κωστής. Η Γλαύκη.Φίλων πραγματικών , που η καχυποψία , ο εγωισμός και η ατελείωτη περιστροφή γύρω από τον άξονά τους ,δεν τους αφήνει να δουν πέρα από τη μύτη τους. Μου λείπει η παρέα των φοιτητικών μου χρόνων. Μου λείπει η Φωτεινή και η Γεωργία. Πώς διάολο γίναμε έτσι; Μου λείπει η Σοφία. Που παίζαμε «τα μήλα».Και η Δήμητρα. Και η Ντέμη. Που πήγαν εκείνα τα ατέλειωτα βράδυα καψούρας ,που δεν κοίταζες στραβά την άλλη μήπως σου φάει το γκόμενο; Που γυρνούσαμε ξυπόλητες μετά από τρελό χορό και σταματούσαμε για μια βουτιά στη θάλασσα; Που στέγνωνε το στόμα από το ποτό και καλοπιάναμε με χαμόγελα , τον κύριο με τους λουκουμάδες για πιο πολύ σιρόπι σοκολάτα..Μου λείπει το απομεσήμερο στο ουζερί ,που γινόταν απόβραδο. Η μπιρίμπα και τα μπιριμπάκια. Το νευρικό γέλιο της Έλενας όταν έκλεβε. Το σηκωμένο φρύδι της Ήλιας όταν την έπαιρνε χαμπάρι. Μου λείπει η κοριτσίστικη αφέλεια , που καταπίνει τη γυναικεία ματαιοδοξία. Η παρορμητική δράση. Το χέρι που απλώνεται χωρίς το άλλο να περιμένει στη γωνία. Το ειλικρινές χαμόγελο. Το απόλυτο βλέμμα. Το σιωπηλό άγγιγμα του πόνου.Μου λείπει ο baeltimazilfas. Ο σοφός μου φίλος. Και ένα καζάνι με ζωμό χαρούμενων σκέψεων και αστερόσκονης να βουτήξω, μήπως θυμηθώ που άφησα τελευταία φορά τις ελπίδες μου.

Red**


Ονειρεύτηκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φαγητό για πολύ κόσμο. Όταν τη ρώτησα το λόγο, αποκρίθηκε πως μέχρι αύριο θα έχει φύγει , πως φροντίζει να μείνουμε όλοι χορτάτοι. Και ύστερα έφυγα κλαίγοντας , βρέθηκα στην αγκαλιά του παππού , με παρηγόρησε , μου είπε να ξυπνήσω ,να μη φοβάμαι και να μη δίνω σημασία σε ονείρατα που έχουν χρώμα. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα πιο πολύ το φευγιό της μάνας μου ή την παρουσία του μπάρμπα-Τάσου. Δεν ξέρω αν ήταν κάποιος οιωνός ,ούτε αν ήταν που κρύωνα. Θα’θελα να μπορώ να βιντεοσκοπήσω τα όνειρά μου και να τα δω με την ησυχία μου μετά – καρέ καρέ. Θα’θελα να είναι όλα ασπρόμαυρα και να μπορώ να τα χρωματίσω εγώ. Και τώρα που ετοιμάζομαι πάλι να ονειρευτώ, θα’θελα να ζήσω μέσα σε ένα όνειρο ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω , ότι δεν μπορώ να γευτώ , ότι δεν μπορώ να φωνάξω. Να φορέσω μια μάσκα. Μια μάσκα να κρύβει το πρόσωπο. Το πρόσωπο που κρύβει τον πόνο. Τον πόνο που τρώει την καρδιά. Την καρδιά που ποτέ δεν ξέρει.
Μου είπες πως σήμερα με νιώθεις κάπως...Σωστά μετράει το νιωθόμετρό σου. Φοβήθηκα. Είναι αλήθεια. Έμεινα ένα βήμα πίσω , μήπως προπορευτεί το όνειρο. Ήμουν πάντα ατσάλινη. Και τούτη η ανθρώπινη προβιά με στενεύει. Χρειάζομαι τώρα μια άνω τελεία. Για τα όνειρα προσεχώς. Και δυό εισαγωγικά, για τα λόγια που τρέχουν. Χρειάζομαι λίγο ροζ , για το πινέλο μου και μια πρέζα αλάτι για τις πληγές μου. Ένα κομμάτι χαρτί γιατί το ρημάδι το πληκτρολόγιο δεν ματώνει. Χρειάζομαι μια πένα. Να βγάλω τους λεκέδες απ’το παλιό κόκκινο φόρεμα.. Και ένα τραγούδι να βρέξω τα χείλη μου.

Φω(ς)



Τα μαύρα κουτάκια στο σταυρόλεξο, μπερδεύτηκαν με τα νούμερα του Sudoku. Άλλα χώθηκαν διαγώνια, άλλα βγήκαν απ’έξω και ήταν μερικά ατίθασα που έδιωξαν τελείως τα άσπρα,βάφτηκαν κόκκινα και έκαναν του κεφαλιού τους. Το 2 ήρθε κοντά στο 8, το αγνόησε τελείως, έγινε 28 και έκανε κονέ με το 3. Άναψαν τσιγάρο, ήπιαν κρασί , μιλούσαν εξισώσεις παράξενες και σιωπές φευγάτες. Οι λέξεις έστησαν καυγά στο μαύρο τερέν. Φορτωμένες με λευκά κουτάκια , έψαχναν να βρουν δρόμο να χωθούν, έσκαβαν όλη νύχτα λαγούμια μήπως μπλοκάρουν την περίεργη συνάντηση. Έστηναν αυτί να μάθουν , ψιθύριζαν ξόρκια και έφτιαχναν προτάσεις χείμμαρους να πνίξουν την ανταρσία.Η ιεροτελεστία ήταν στημένη. Μια φάρσα που χρωστούσε η ζωή-είπε. Και στους δυό;.Κανείς δεν ήξερε πως ξεκίνησε. Ούτε που οδηγούσε. Ούτε οι ίδιοι, ούτε οι παρατηρητές-αριθμοί που περπατούσαν εδώ και εκεί αδιάφοροι και σχεδόν χαμένοι. Η άγνοια της λογικής και ο φόβος της εξέλιξης , του ορισμού νέων πράξεων και δομών τους άφησε μόνους να περιμένουν ένα σημάδι θεϊκό. Γιατί δεν ήξεραν μορφή, δέρμα και πρόσωπο. Άγγιγμα και αγκαλιά. Ήξερε μόνο την καμπύλη της αύρας της. Ήξερε μόνο τις νότες του μυαλού του. Ένα χαμόγελο και μια ανήσυχα ήρεμη δύναμη πίσω από το φως του αύριο. Που ονειρεύεται, παλεύει και ιδρώνει. Άγριος και τρυφερός σαν φθινοπωρινός αέρας. Γρήγορος σαν αρχή , δύσκολος σαν φεύγα. Αριστοκρατικός σαν δυνατό ένα. Απλός σαν ανάσα, κόκκινος σαν μικρές εκρήξεις συμπάντων. Λευκός σαν κρασί που γέρασε στις χούφτες της , φωτεινός σαν γέλιο μικρού παιδιού. Άρχοντας. Της σιωπής και της μέθης.

Το 3 ήρθε πιο κοντά στο 28. Ένα μαύρο κουτάκι ξεθάρρεψε. Έβγαλε μια μεγάλη παραπλανητική ταμπέλα.‘Please mind the gap’.Στην πραγματικότητα περίμενε εκεί , μέχρι κάποιος να το γεμίσει.Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του-σκέφτηκε και κέρασε ποτό τους περαστικούς μήπως τους πιάσει στη μέθη. Τα σχέδιά του χάλασαν όταν στη μέση μπήκε ένας μεγάλος προβολέας. Φώτισε τα σοκάκια , έριξε σταγόνες γέφυρες πάνω απ’τα σκιασμένα κενά. Ανελέητο φως , ερμητικά ελεύθερο , ορμητικά αληθινό , αυθόρμητα ένοχο. Αληθινά εκτυφλωτικό, σαγηνευτικά αγέρωχο. Ωμό , πλατινένιο , υγρό φως. Από εκείνο που τρέχει στους λαβίρυνθους του μυαλού που δεν κοιμάται ποτέ. Που αναζητά την λύτρωση ,την αποθέωση, την εξέλιξη. Κινητήρια δύναμη μιας μικρής αναπνοής. Μιας σκέψης που γέμισε άρωμα το δωμάτιο. Της αρχής της νιότης στα χρόνια που αγάπησαν τη φωτιά. Φως, ανυπέρβλητο μιας αστείρευτης φρεσκάδας. Χωρίς λευκά και μαύρα κουτάκια και χαμένους αριθμούς. Μόνο νότες και ψίθυροι. Φως , που ξαπλώνει εκεί που αρχίζει το ουράνιο τόξο. Εκεί που ακουμπάει η νύχτα το φιλί της.

Silence Included


Μου είπες θα μου στείλεις ένα σκίτσο. Είπες πως θες να συνοδέψω με λίγα λόγια την εικόνα. Είναι σχετικά δύσκολο να γράψεις μια μικρή ιστορία για κάτι που έχει φανταστεί ένας καλλιτέχνης. Θυμάσαι τη διαφωνία μας για εκείνη τη γυναικεία μορφή; Εγώ τη φαντάστηκα χωρίς πόδια και εσύ την ήθελες αγωνίστρια. Παρόλο όμως που δεν ταυτίζονται πάντα οι ματιές ,ακόμα και όταν διασταυρώνονται στιγμιαία , έκανα μια προσπάθεια. Η ιστορία είναι μικρή , όπως και το σκίτσο σου. Ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στην έρημο.Η έρημος δεν είναι καυτή όπως οι άλλες. Ο ήλιος δεν τον τυφλώνει. Ούτε και η ανεμοθύελλα. Στο μακρύ ταξίδι του, βρήκε τη θάλασσα σε τρεις κόκκους άμμου. Λούστηκε τις αμαρτίες του , έσκισε τα ρούχα του , κοίμησε τα όνειρά του και περπάτησε ξανά μετά από καιρό το δρόμο τον μοναχικό. Σταμάτησε να ξαποστάσει. Ξάπλωσε να θυμηθεί. Σηκώθηκε να συνεχίσει. Άπλωσε το χέρι και σε μια στιγμή , έκανε τον ήλιο δικό του. Δάμασε τους αέρηδες. Βούλιαξε τα πόδια του στο κινούμενο άπειρο και βαπτίστηκε ξανά.Η σιωπή του ,πιο εκκωφαντική από την εγκόσμια απουσία του. Τι σημασία έχει; Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο.





Όταν μου στείλεις το σκίτσο, μπορεί η ιστορία να είναι καλύτερη.

Intermezzo


Στο υπέροχο διήγημά του Το Ρόδο του Παράκελσου (1983) , ο Μπόρχες περιγράφει τον αλχημιστή του Μεσαίωνα Παράκελσο , που είχε τη φήμη ότι μπορούσε να ανασυνθέτει τριαντάφυλλα από τις στάχτες τους:

Ο νεαρός σήκωσε το ρόδο.
«Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο , κι ύστερα , με την τέχνη σου , να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ , κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολόκληρη.»
«Είσαι πολύ εύπιστος» είπε ο δάσκαλος. «Εγώ δεν χρειάζομαι ευπιστίες, εγώ απαιτώ την πίστη.»
Ο άλλος επέμεινε:
«Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος , θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.»
Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του και έπαιζε με αυτό καθώς μιλούσε.
«Είσαι εύπιστος» είπε. «Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;»
«Κανείς δεν είναι ανίκανος να το καταστρέψει» είπε ο μαθητής.
«Γελιέσαι. Μπας και πιστεύεις πως οτιδήποτε μπορεί να αφανιστεί; Πιστεύεις πως ο Αδάμ , στον παράδεισο , μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι , έστω και ένα χορταράκι;»
«Δεν βρισκόμαστε στον παράδεισο» είπε ο νεαρός πεισματωμένα.
«Εδώ, κάτω απ’το φεγγάρι είναι όλα θνητά.»
Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.
«Και που αλλού βρισκόμαστε;Πιστεύεις πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο που να μην είναι ο παράδεισος; Πιστεύεις πως η πτώση είναι κάτι άλλο από το να αγνοούμε πως βρισκόμαστε στον παράδεισο;»
«Ένα ρόδο μπορεί να καεί» είπε ο μαθητής , προκλητικά.
«Η φωτιά στο τζάκι καίει ακόμα» είπε ο Παράκελσος. «Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη , θα πίστευες ότι το κατασπάραξαν οι φλόγες και ότι οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’αλλάξει. Μια λέξη μου θ’αρκούσε για να το ξαναδείς μπροστά σου.»
«Μια λέξη;» είπε παραξενεμένος ο μαθητής. «Η κάμινος είναι σβηστή , και οι άμβικες γεμάτοι σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;»

Εργασίες σχετικά με τα αντιστρέψιμα κυψελωτά αυτόματα έδειξαν πως υπάρχουν διακριτά «παιδικά» μοντέλα συμπάντων στα οποία καμία πληροφορία δεν χάνεται , δηλαδή μιλώντας με μεσαιωνικούς όρους , η ψυχή είναι αθάνατη. Φυσικά δεν πρόκειται για καμιά τρομερού τύπου αθανασία. Το μόνο που σημαίνει αυτό είναι ότι υπάρχει πάντα επαρκής πληροφορία για να μπορεί να αντιστραφεί ο χρόνος και να ανασυσταθεί οποιαδήποτε προηγμένη κατάσταση του σύμπαντος.
Σίγουρα ένα ψηφιακό τριαντάφυλλο μπορεί να πεθάνει και να ξαναζωντανέψει. Τι γίνεται όμως με ένα πραγματικό; Είναι αναλογικό ή ψηφιακό; Η φυσική πραγματικότητα είναι αναλογική ή ψηφιακή; Με άλλα λόγια , στο σύμπαν μας υπάρχουν πραγματικοί αριθμοί άπειρης ακρίβειας ή είναι όλα κατασκευασμένα από 0 και 1;

Ο Φέινμαν λέει σχετικά:
Με ενοχλεί η ιδέα ότι , σύμφωνα με τους νόμους όπως τους κατανοούμε σήμερα , μια υπολογιστική μηχανή απαιτεί έναν άπειρο αριθμό λογικών πράξεων για να συλλάβει το τι συμβαίνει σε οσοδήποτε μικρό μέρος του χώρου και κατά τη διάρκεια οσοδήποτε μικρού χρονικού διαστήματος.Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά σ’αυτό το μικροσκοπικό χώρο; Γιατί θα πρέπει να απαιτείται άπειρη ποσότητα λογικής για να κατανοήσουμε τι πρόκειται να συμβεί σε ένα μικροσκοπικό τμήμα χώρου/χρόνου; Συχνά έκανα την υπόθεση ότι στο τέλος η φυσική δε θα χρειαστεί μια μαθηματική πρόταση , ότι στο τέλος ο μηχανισμός θα αποκαλυφθεί , ότι οι νόμοι θα αποδειχθεί ότι είναι το ίδιο απλοί με τη σκακιέρα....

Η σκακιέρα του Θεού και ο μικροσκοπικά άπειρος παράδεισος. Εκεί, που κάθε στιγμή σκοτώνουμε και ανασταίνουμε με μια μόνο λέξη τριαντάφυλλα.Και αν φαίνεται πως χάνουμε τον προορισμό μας , την πίστη και την αλήθεια μας, μια ακολουθία από 0 και 1 έρχεται να συμφωνήσει με την παραβολή. Παράδεισος είναι η σύλληψη της ιδέας, η αρχή του νόστου , το χρώμα της λήθης.

**Η φωτογραφία είναι του ΔΟΝ ΨΥΧΩΤΗ.Τον ευχαριστώ πολύ που μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω τη δουλειά του.

f-post-it




Κάθε μαθητής , πρέπει να εξοπλίζεται με τα κατάλληλα εργαλεία.Τετράδια,γεωμετρικά όργανα, μολύβια και στυλό , σβηστήρια , μαρκαδόρους και μπογιές.Και χρωματιστά χαρτάκια για να θυμάται τι πρέπει και τι δεν πρέπει να ξεχάσει.

Κάθε μαχητής , πρέπει να εξοπλίζεται με τα κατάλληλα όπλα.Χαμόγελα για τις κλεμμένες επιθυμίες, υπομονή για τις μεγάλες νύχτες, επιμονή για τις χιονισμένες μέρες.Και χρωματιστά χαρτάκια για να θυμάται ποιόν πρέπει και ποιόν δεν πρέπει να ξεχάσει.

Η αβάσταχτη αβεβαιότητα του είμαι.



Η απειλή της καθηγήτριας ήταν ξεκάθαρη. Αν δεν μάθετε το ρήμα ειμί , καλύτερα από το όνομά σας , καλύτερα να μην κανονίσετε καλοκαιρινές διακοπές . Μας έπιασε κρύος ιδρώτας θυμάμαι τότε. Είχαμε μάθει το λύω , ευαγγέλιο.Ποιός ο λόγος να μάθουμε και το ειμί; Άχρηστη γνώση για μελλοντικούς άχρηστους πολίτες , φίλους , συντρόφους , εραστές. Διότι , που μου χρησίμεψε εμένα το ειμί; Πιο χρήσιμη βρήκα την εξίσωση Mathieu , τα δυναμικά συστήματα μέχρι και την επίλυση τριωνύμου , παρά τις λίγες αρχαίες παπαγαλίες. Πολλές από τις προβληματικές καταστάσεις που αντιμετώπισα –είτε πραγματικές , είτε φανταστικές – εκτονώθηκαν όταν δοκίμασα αυτά που οι αριθμοί μου δίδαξαν. Η αλλαγή της οπτικής γωνίας , η ελπίδα πως ότι παρόμοιο έχει λυθεί , γίνεται απομηχανής θεός για αυτά που περιμένουν υπομονετικά λύση , η αγωνία της εναλλακτικής και η φιλοσοφία του παραλόγου που όμως μοιάζει απτό και απλό με οδήγησαν στο να απογειώσω το ειμί σε άλλα επίπεδα. Να το μεταφέρω σε παράλληλα σύμπαντα. Να το ταξιδέψω στο χρόνο. Αυτό το ειμί που έμεινε στάσιμο πριν πολλά πολλά χρόνια στη ναφθαλίνη, δυνάμωσε και έγινε αυτό που ήθελε τελικά να γίνει. Μπουσούλησε, περπάτησε , μίλησε , πέρασε εφηβεία, νιότη , σοκάκια και λεωφόρους για να εξελιχθεί σε γέφυρα. Μπορεί να μην ξέρει τι ακριβώς θέλει, ξέρει όμως τι δεν θέλει. Είμαι αυτό που ποτέ δεν θα καταλάβεις και ποτέ δεν θα δεις αν δεν μάθεις το δικό σου είμαι. Είμαι το θυμωμένο ειμί των παιδικών μου χρόνων , που έμαθε πως μεγαλύτερο ρίσκο από τον πόνο δεν υπάρχει. Πουθενά δεν άνθισε μεγαλύτερη ευτυχία από την αβεβαιότητα της αναζήτησής του.Και όλου του κόσμου οι γέννες ζήλεψαν την αναρχία της ύπαρξής του. Είμαι το το μικρότερο ειμί της γραμματικής , σχεδόν αόρατο μα πάντα εκεί. Απειλητικό και αγέρωχο. Όπως όλα τα άγνωστα.

Φρέντ; Ένα δύο...φου φου..ακούει;

Θυμάμαι πάρα πολύ καλά την πρώτη μέρα που πάτησα το διαδικτυακό μου πόδι στο τσαρδί σου. Είχες ανεβάσει ένα απίστευτο ποστ , με κύριο θέμα τον διαγωνισμό γδυσίματος αλά 9 1/2 εβδομάδες. Ο τρόπος με τον οποίο περιέγραφες, έγραφες , έκραζες , πανηγύριζες , έχωνες (δεν θα ξεχάσω το ποστ για το κάπνισμα) ήταν χαρισματικός , μοναδικός και αναντικατάστατος.
Και τώρα που μετά λύπης μου φρεντ πάτησα το κουμπάκι που με πήγαινε στην περίεργη σελίδα σου , μου λέει το χαζοκούτι πως τα έσβησες όλα. Είναι δικαίωμά σου - δε λέω..
Μα θέλω να ξέρεις πως μου λείπεις , πως μου λείπουν τα πιπεράτα σου , πως μου λείπει το μυαλό σου. Ακόμα και όταν έγραφες για τον ΠΑΟΚ, ακόμα και όταν έγραφες μια και μόνη ατάκα. Και διαμαρτύρομαι εντόνως -επαναστατώ γιατί το βλόγκιν έχασε...έναν αληθινό Κύριο. Από εκείνους τους παλιούς , τους αριστοκράτες , τους άρχοντες.
Που είχαν το λόγο παιχνίδι και την πράξη συμβόλαιο. Curious? Για τους άλλους αναγνώστες σου, μπορεί. Για μένα...ο νο μάτερ ουάτ φρέντ...
Θυμάσαι αυτό;


...είχαμε γελάσει τόσο πολύ...

φρέντ;...έλα πίσω και σου υπόσχομαι να κόψω το τσιγάρο..το ορκίζομαι στις χαοτικές μου εξισώσεις...

expectation


Αποφάσισα αυτό το ποστ να είναι χαρούμενο.Θα γράψω για το πόσο ευτυχισμένη υπήρξα αυτές τις μέρες που ξανάρχισα να δουλεύω , που κατάφερα να πάρω εκείνες τις γόβες , που έκανα σέρβις στο μίκρα, που έβαλα τάξη στο χάος της βιβλιοθήκης , που μου πέτυχε η βαφή , που έπεσε η πρώτη σταγόνα βροχής και σκότωσε το καλοκαίρι , που δεν μου χάλασαν τα νύχια , που η κόρη μου αποφάσισε να χαρίσει 5 από τις μελαχροινές μπάρμπι που είχαμε υιοθετήσει (μαζί με ένα μπαούλο ρούχα και αξεσουάρ) , που δεν πήγα σε κάποια κηδεία τις τελευταίες 10 μέρες , που –επιτέλους – μετακομίζουν οι αποκάτω , που ο γιός μου σταθεροποιήθηκε για τρεις μέρες σε μία κοπέλα. Είναι και άλλα «που»...μα φοβάμαι πως από την πολύ ευτυχία θα αρχίσω να ουρλιάζω. Μήπως είναι καλύτερα να συνεχίσω να καθαρίζω τα μπουριά εν όψει χειμώνα; Μήπως είναι καλύτερα να πάψω να γκρινιάζω; Από την άλλη ποιόν ενοχλώ όταν τρώω τις καταθλιψάρες μου; Πειράζει που δεν μπορώ να είμαι απόλυτα ευγνώμων για όλα τα καλά και τα άσχημα που ζω; Που θέλω πιο πολλά; Χμμμμ και τα αξίζω κιόλας! Μου τα χρωστάνε! Να γλεντήσει ένα βράδυ η καρδιά και να ξυπνήσει καινούρια. Να σταματήσουν επιτέλους να καταστρέφουν τον μοναδικό πλανήτη που έχει σοκολάτα. Να μείνω στην αγκαλιά των παιδιών μου για πάνω από μια στιγμή αδυναμίας.Να γίνεις η άγκυρα που θα κρατάει τα πόδια μου στη στεριά – να γίνω τα φτερά που θα κρατάνε την καρδιά σου στα σύννεφα.Είναι στα αλήθεια η πιο παράξενη ζωή που έχω συναντήσει. Έχει σημασία τι θέλω; «....μ’αλλιώς η μοίρα το βουλήθη , πρέπει να στρίψεις σε μια κόχη»...Έστριψα και στρίβω και θα στρίψω όσες φορές χρειαστεί ακόμα..μα αυτή η τελεία πάνω στο μεγάλο ερωτηματικό που ζω..είναι άβολη και δεν μπορώ να ξαπλώσω. Θέλω να ξεκουραστώ. Θα περιμένω. Τρέμοντας κάτω από το λυκόφως. Περιμένοντας την αυγή.

View

Νόμιζα για πολύ καιρό πως δεν υπάρχει τίποτα να με συγκινήσει.
Νόμιζα πως φτάνουν μερικές αναποδιές και πολλές απώλειες για να σκληρύνουν το μοναδικό ίσως όργανο που παίζει μουσική , έστω και χαλασμένο.Το δε δάκρυ κορόμηλο. Για εκείνα τα συννεφάκια που κάποιοι δεν θα αγγίξουν ποτέ.Όπως και για εκείνα τα βιβλία των ονείρων που δεν θα ανοίξουν παρά μόνο όταν το κουτί της Πανδώρας , μου δείξει την εντυπωσιακή μπαλαρίνα που χορεύει με το κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό της.
Παράδοξο ή μη..δεν ξέρω. Αρκούμαι στο να απολαμβάνω τη συγκίνηση για το μεγαλείο της ζωής που τρέμει στα πόδια μου.


…+ a touch=…



Ρίξε ένα δαχτυλάκι ακόμα. Από το κόκκινο το καλό. Να γιορτάσουμε την αρχή της μέθης.Τη στιγμή της ανακύκλωσης. Την άνοιξη του χρόνου που ρυτίδιασε το νου. Στάξε μέλι , χυμούς και ανάσες. Στο όνομα της εφηβείας που τρέμει. Στο βωμό της θεάς που εκλιπαρεί. Για το χατήρι της. Για το ντέρτι του. Για όλες τις μέρες που νυχτώσανε δύσκολα. Και για εκείνες που ξημερώσανε στην αμμουδιά. Βάλε τα κρύσταλλα τα ακριβά. Εκείνα που παίζουν μουσική μόλις τα χαιδέψεις. Που μεταμορφώνουν το φως σε ύδωρ. Που κάνουν το κρασί να στενάζει. Εκείνα που στις σάλες συνοδεύουν γεύσεις και αρώματα. Φθηνά βεγγαλικά της νεόπλουτης ατραξιόν. Ακριβά αστέρια της αρχόντισας χορεύτριας. Γέμισε τα με λήθη και ευχή, έρωτα και φεγγάρια. Άστα να ξεχειλήσουν , να τραγουδήσουν την έμπνευση. Τη μούσα. Που δεν έμαθε ακόμα , πως θ’αγιάσει τις σκέψεις του. Ούτε πως θα βρει το δρόμο ν’ανασάνει στο στέρνο του. Ούτε τον τρόπο να αρπάξει ένα χαμόγελο μετά το νάμα. Και αν είμαστε αλλιώτικοι , μπορούμε ακόμα να μεθάμε. Στο πάρτυ της έλξης των ανόμοιων, τα όμοια ωχριούν. Υποκλίνονται και σωπαίνουν. Στη γιορτή της αποπλάνησης του νου, μόνο ο φόβος λείπει. Ανήμπορος μπροστά στο θαύμα της έναρξης , θυμώνει και φεύγει. Κανείς δεν μπορεί να γίνει τέλος στην τελεία. Ούτε καν ο πόνος.




«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη , στον ουρανό εκρύγνειται ένας αστέρας supernova…»
Δημήτρης Λιαντίνης - «Γκέμμα»

Turn the page.



Όταν έχασε όλη την περιουσία του στο τζόγο, έβαλε όπως όπως μερικά πράγματα σε ένα σακίδιο και πήρε τους δρόμους. Αν και τα περισσότερα τα είχε αφημένα σε ξένα σπίτια και αυλές , ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει δημιουργώντας νέες συνθήκες , νέα μέλη , νέους στόχους. Ο τρόπος που έγιναν όλα ήταν τέτοιος που τον είχε κάνει νευρικό και γκρινιάρη σαν παλιόγερο. Η απαξίωση των πάντων που τον έφεραν σε αυτό το σημείο σημάδευε κάθε βήμα του. Όλα ήταν στραβά καμωμένα και έπρεπε πάσει θυσία να ισιώσουν. Τα χρέη πολλά. Οι τόκοι περισσότεροι. Οι δανειστές απειλούσαν. Φοβόταν για τη σωματική του ακεραιότητα. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρεί μετρητά να ξεχρεώσει. Αυτό που τον ένοιαζε περισσότερο ήταν το μεγάλο πλήγμα που είχε υποστεί η αξιοπρέπειά του. Το εγώ που έγινε χιλιάδες κομμάτια. Και αυτά τα χρήματα θα ήταν το ξέπλυμα των προσωπικών του απλύτων λογαριασμών. Σκόπευε να κάνει αυτό που πάντα ήξερε να κάνει καλά για να τα τακτοποιήσει όλα. Είχε ωραίο παρουσιαστικό , κοφτερό μυαλό και αμείλικτη γλώσσα που σκεφτόταν πως έπρεπε να την περιορίσει λίγο. Όταν έπαιζε μουσική , ο κόσμος τον λάτρευε. Ποντάριζε μόνο στην τέχνη και την πάστα του. Καμιά θυσία αυτή τη φορά στη θεά τύχη.
Η θεά τύχη όμως είχε άλλη άποψη. Αφού τον παίδεψε με δουλειές που δεν καρποφορούσαν , αφού ταλαιπωρήθηκε να ζητιανεύει για το μεροκάματο που ούτε για τσιγάρα και λίγη τροφή και ασφαλή στέγη δεν έφταναν, του άφησε στο δρόμο του ένα διαμάντι. Ένα κομμάτι πολύτιμη πέτρα ακατέργαστη. Προσευχόταν να ερχόταν ο διάβολος μπας και κατορθώσει να συμφωνήσει μαζί του –με μια ενδεχόμενη ανταλλαγή, μα δεν εισακούστηκε καμιά προσευχή. Η πέτρα στα χέρια του ήταν παιχνίδι και έτρεμε από τη μιά να μην τη χάσει και από την άλλη καιγόταν να την ξεφορτωθεί. Ήθελε να βρει τρόπο να την πουλήσει, να κερδίσει την ευκαιρία για την χαμένη αξιοπρέπεια. Δεν ήξερε αν πρέπει να ρισκάρει ξανά. Πάλι τζόγος; Αν την πουλούσε , θα ξεχρέωνε. Αν την κρατούσε , θα ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία του και την τύχη. Θα είχε μετά από πολύ καιρό , κάτι πολύτιμο , δικό του. Κάτι που δεν θα τον απογοήτευε ποτέ. Κάτι , λαμπερό και θεσπέσιο , σκληρό και δυνατό μαζί. Υπάρχει δρόμος χωρίς τζόγο; Χωρίς τη δυνατότητα της επιλογής; Χωρίς την ηδονή της αμφισβήτησης; Χωρίς ίχνος βλακείας; Αυτή και αν είναι αεικίνητη...Ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις...Μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας.Το ρίσκο μεγάλο. Ίδρωσε. Τέτοια ευκαιρία; Πότε θα του δινόταν ξανά; Και ύστερα σκέφτηκε πως τούτη η ευκαιρία δεν δίνεται. Την κλέβεις. Αλλιώς μένει αδιάθετη και σε σκοτώνει. Και έπειτα σιώπησε. Ήταν εκείνη η σιωπή που συνδυάζεται με φωνή ύπαρξης. Ήταν γνώση χωρίς έπαρση. Αναγέννηση.

Το τέλος του παραμυθιού , άρχισε στη μέση**

Η μικρή κοκκινοσκουφίτσα πήρε το καλαθάκι της και πήγε να βρει τη γιαγιά της που έμενε στο άγριο δάσος. Στο δρόμο συνάντησε την κακιά μάγισσα που της έδωσε το δηλητηριασμένο μήλο , με αποτέλεσμα με μια και μόνο δαγκωματιά να βρεθεί με περιέργο τρόπο ψηλά στον πύργο που κατοικούσε η κάκιστη μητριά. Εκείνη όμως που κατά βάθος ήταν πολύ πανούργα, έριξε τα μακρυά ξανθά μαλλιά της , έγιναν σκάλα και έτσι ο κοντορεβυθούλης κατόρθωσε να ανέβει σε ένα από τα άστρα που μετρούσε ο μικρός Πρίγκηπας. Τα τρία γουρουνάκια ανησύχησαν που ο κακός λύκος έπαιζε τάβλι με ένα από τα τρία κατσικάκια και ξέχασε να έλθει να τα φάει , κάλεσαν με το σήμα του κατεπείγοντος τον παπουτσωμένο γάτο , που είχε μπλέξει στη μαζική δολοφονία της οικογένειας σταχτομπούτων.

Πάνω στη σύγχιση όλοι ανακάλυψαν πως είχε λάβει χώρα ο αποσυντονισμός των ηλεκτρομαγνητικώνν κυμάτων του χωροχρόνου. Κανείς δεν ήξερε αν ζει τώρα ή θα ζήσει μετά. Αν ήταν γέρος ή μωρό. Κανείς δεν ήξερε αν πατούσε σε γη ή κολυμπούσε. Αν είχε δέρμα ή λέπια.. Αν ήταν ήρωας παραμυθιού ή γραφική φιγούρα της πόλης. Μια πόλη που πονούσε, γιατι δεν είχε ούτε αρχή , ούτε τέλος. Μια πόλη-πλανήτης που δεν είχε ποτάμια και βουνά , μα μόνο σύνορα και τάφους.

Το μολυβένιο στρατιωτάκι αρρώστησε βαριά. Μα ήταν απίστευτα χαρούμενο που γνώρισε την Αλίκη σε αυτή τη χώρα των θαυμάτων. Δεν μπήκε στον κόπο να τη χαιρετήσει , ούτε να της γράψει το αντίο σε ένα γράμμα. Την έλεγε θαύμα και χαρά της ζωής, λουλούδι και άρωμα του νου του. Και αυτό ήταν το νόμισμα , που θα πλήρωνε το βαρκάρη. Η περιουσία του. Η κληρονομιά της.


** Στο Μάνο

Tρίπτυχο





Το στούντιο ήταν βαλμένο στο δώμα της πολυκατοικίας. Από την τεράστια τζαμαρία έβλεπες πιάτο το λιμάνι και ο αέρας ήταν αδύνατο να σου επιτρέψει να μείνεις πολύ ώρα στο μπαλκόνι. Η πρώτη εντύπωση ήταν απογοητευτική. Μου θύμιζε αχούρι. Τρίποδα, παλέτες , μπογιές και πινέλα ότι και όπως να’ναι..αλλού ντ’αλλού πεταμένα. Παρόλα αυτά το μάτι συνήθισε εύκολα σαν να ανακατώθηκαν τα χρώματα , χόρεψαν πάνω σε καμβά ανέγγιχτο και γίναν πίνακας του Γκονγκ.Ηρεμία και γαλήνη..ένιωσα..πως ήταν ο φυσικός μου χώρος.
Είχαμε κλείσει το ραντεβού ένα μήνα πριν.Είπε πως τα έντονα χαρακτηριστικά και κυρίως το νερένιο βλέμμα θέλει να τα κάνει αθάνατα. Είπα πως αν καταφέρει να σκαλώσει τη στιγμή θα έλυνα αυτή τη θηλιά στο λαιμό που με πνίγει χρόνια τώρα. Ήταν κάτι σαν στοίχημα.
Στη μέση του καθιστικού ήταν ένα λευκό ανάκλιντρο. Με έβαλε να καθίσω εκεί , αφού πρώτα μου έφτιαξε ζεστή σοκολάτα. Στην αρχή κάθισα σαν κούτσουρο μη μπορώντας να βρω τις συντεταγμένες της τρισδιάστατης φιγούρας μου. Μετά από δυό τσιγάρα κατάφερα να απλωθώ με άνεση. Το ένα μου χέρι κρατούσε βαριεστημένα το κεφάλι , ο κορμός ήταν αφημένος στην τύχη του και τα πόδια μου αναποφάσιστα για το αν έπρεπε να φύγουν ή να μείνουν , βρήκαν τη θέση τους αγναντεύοντας το κενό στο τέλος του ανάκλιντρου...
Στάθηκε απέναντι μου και πίσω του ακριβώς ένας καθρέπτης. Μου είπε πως ο καθρέπτης είναι απαραίτητος γιατί μόνο έτσι μπορεί να κρίνει το έργο του σαν να μην είναι δικό του. Μου είπε πως έτσι έβλεπε τα λάθη του και τα διόρθωνε. Πώς έβαζε τις φωνές στον εαυτό του σαν αυστηρός κριτής, τον μάλωνε και μετά τον συμβούλευε. Πρόσεχε καλύτερα τη σκίαση και την προοπτική. Και αφού τακτοποίησε τα χρώματα , τα πινέλα και το θέμα του άρχισε..
Μα...
Έπειτα από τουλάχιστον τρεις ώρες δουλειά πέταξε με τη βία τα εργαλεία του..Σαν μανιακός που κάποιος τόλμησε να του πάρει το φαϊ από το στόμα , που τον κοροϊδεψε , τον ταπείνωσε , τον πρόσβαλε...

-Δεν χωράς..Σε έναν καμβά δεν χωράς ...είναι αδύνατο

Χαμογέλασα και αναρωτήθηκα χαμηλόφωνα..

-Δεν είμαι δα και τόσο χοντρή..

Με αγνόησε...

-Θα σε κόψω στα τρία..κεφαλή, κορμός , πόδια..
Δεν έχω τόσο μπλε να γράψω τα μάτια σου, δεν έχω τόσο πράσινο να ράψω το φουστάνι σου, δεν έχω τόσο απέραντο να περπατήσω τα πόδια σου.


Και ύστερα θύμωσα

-Μη γελιέσαι.. Δεν υπάρχω.Τίποτα, μόνο μια αισθητική εικόνων είμαι.Μην το ξεχάσεις αυτό.

...Σπάνιο πλάσμα... περιφέρεις τη ψυχή σου,αναλαμβάνοντας το κόστος. Μην παιδεύεσαι με τις σκιές...άστες σε μένα...εσένα σου αξίζουν ήλιοι..εσύ κράτα ως δώρο το σεβασμό να μη σου επιτρέψω να σου κοστίσω τίποτα..Το δώρο μου είναι αυτό , μέχρι να ενώσω τα κομμάτια σου.

Είπε και ανέκφραστος άρχισε ξανά.

τσα!

Μετά από χιλιάδες γράμματα πρώην και νυν και αεί θαυμαστών , επιστολές διαμαρτυρίας , απεργίες πείνας , απειλές σουϊσάιντ , και απελπισμένες εκκλήσεις το βλόκ αυτό κηρύσσει την επαναλειτουργία του στην ίδια και χειρότερη χαοτική κατάσταση.
..Και επειδή το εκκρεμμές έχει μαζέψει πολύ πράμα τόσους μήνες που είναι βυθισμένο στη σιωπή και την ακινησία , σήμερα αρκείται μόνο σε μιά μικρή , λιτή και απέρριτη αφιερωσούλα σε όλα τα καμάρια του , που τόσο του έλειψαν...

..και αφήνει χίντ για το πρώτο χαοτικό παραλήρημα...προσεχώς...

Πολύ χιόνι





Εσύ τώρα νομίζεις πως σε ξέχασα. Έχεις τα δίκια σου. Πέρυσι κόσμος έμπαινε και έβγαινε άφηνε βαζάκια με γλυκό κουταλιού στο χαλάκι της εξώπορτας , λουλούδια στο περβάζι. Πέρασαν γιορτές , μια πρωτοχρονιά και ένας χειμώνας και έμεινες μόνο σου. Κλειστά παράθυρα και σκουριασμένοι σύρτες. Αράχνες και σκόνες. Σημάδια και ευχές γραμμένα στους τοίχους. Μουσικές και έρωτες χωμένοι στις χαραμάδες. Στάχτες στο τζάκι και μουντζούρα στα τζάμια.
Σήμερα είπα να ανοίξω λίγο τα παράθυρα, να μπει ήλιος και καθαρός αέρας. Βροχή και σύννεφο.Χιόνι και χαλάζι. Να πλύνει , να ξεπλύνει , να αγιάσει.Είπα να αλλάξω σεντόνια , τραπεζομάντηλα, τα παλιά κρύσταλλα, τα μαυρισμένα ασημικά. Είπα να πετάξω τα χαλασμένα , να αδειάσω τα τασάκια , να ξεσκονίσω , να συγυρίσω , να συμμαζέψω. Είπα να σου δείξω τα καινούρια σχέδια, τα καινούρια παπούτσια του χιονιού, το καινούριο μεθαύριο. Είπα να σε παίξω χιονοπόλεμο , να σου βάλω καρότο αντί για μύτη. Να σε κάνω χιονάνθρωπο , να σε προετοιμάσω , να σε πάρω μαζί μου.
-Καλημέρα...
-Τι νέα;
-Φεύγουμε.....
-Που;
-Πόλη χιόνι....Μη ρωτάς...


top