1.1.11



Αυτές τις δυαδικού τύπου ημερομηνίες τις φοβάμαι και ας με πεις προληπτικιά. Πιο πολύ φοβάμαι μη σκάσει μύτη αυτός ο γραφικός και εκνευριστικός –πια κυριούλης και με ειρωνία μου πει: -τυχαίο; - δε νομίζω. Έκανα πάραυτα τη μετατροπή σε δεκαδικό και τα βγάζω δεκαπέντε. Μπορεί και έξι , αν δε με βολεύει το δεκαπέντε. Έκανα και την αντιστοίχιση με την αλφάβητο. Άκρη δεν βρήκα και τα παράτησα. Άκουσα και την Άση. Τώρα που θα’ρθει ο Ποσειδώνας στα ψάρια , θα είμαστε –λέει- σε πλήρη συμφωνία με τον κυβερνήτη μας. Οι αυταπάτες μας θα τρέφουν δικαιωματικά μόνο εμάς και όχι τους νεροχύτες γείτονες που ταλαιπωρήθηκαν τόσα χρόνια εν μέσω ορατού και αοράτου. Μπερδεύτηκα και πάλι. Ξεσκόνισα τη γυάλα μου. Έριξα μέσα και άλλη άμμο , άπλωσα την ασημένια ουρά μου και ξάπλωσα φαρδιά πλατιά περιμένοντας τον κυβερνήτη μου να ταράξει τα νερά. Κουράστηκα κομματάκι να του κλέβω την τρίαινα. Μπλέκεται το μαλλί με την περικεφαλαία , η τρίαινα με την κουκουβάγια , η σοφία με το ροζ , το τακούνι με το βατραχοπέδιλο, ο μανδύας με τα ψαρίσια πόδια. Μήπως πρέπει να ανησυχήσω που ανησυχώ; Μήπως θα ήταν πρέπον να κάτσω στα αυγά μου , να βάψω τα νύχια μου , να πετάξω και τέσσερα τατουάζ της θλίψης , να πετάξω και όσο μυαλό μου χάρισε ο πατέρας Δίας, και να κακαρίζω τα μελλούμενα; Μήπως θα ήταν πρέπον να λιώσω την ασπίδα , να παραιτηθώ από κάθε μάχη ,κάθε χαμένο έρωτα , κάθε φιλί του πόθου , κάθε αρχή της νιότης; Μήπως θα ήταν σωστό πια να μισήσω , να κλείσω τις πόρτες , να αράξω στο πεζοδρόμιο , να ρίξω τους κάβους , να λιώσω τα θέλω;

Δεκαπέντε. Όμικρον. Όπως , Ότι σε πόνεσε μπορεί να σε πονέσει ξανά. Όπως, Όρμα και όπου σε βγάλει. Όπως, Ότι θες...μπορείς. Ότι αγγίζεις ,είναι εδώ. Όλα ή τίποτα.Όπως, Όμοιος Ομοίω αεί πελάζει...

Μήπως θα ήταν πρέπον να ρίξω και άλλο τσίπουρο στη γυάλα μου; Και μπλουζ ντελούξ μου μ’αρέσει. Να γλύφω τα δάχτυλα μου , μέχρι να γίνει ο γλυκάνισος γκουρμέ δείπνο αθανασίας. Να τιγκάρω τα αυτιά μου μπάσσο , μέχρι ο ήλιος να λούσει τις πρωτοχρονιές μου. Να ξυπνήσω όπως γελούν οι εραστές. Σούρουπο δυαδικό σε δεκαδικό πανηγύρι. Να μου φιλήσεις το χέρι όπως το άλλο χαϊδεύει το πρόσωπο. Το δύο μου κρατάς. Φύλαξέ το. Έστω και άφιλτρο. Στο χορό των φράκταλ δεν έχει σημασία ποιός χάνει τα βήματα. Αρκεί η μυρωδιά της μνήμης. Που αγαπάει. Απλά , απόλυτα, αληθινά.

Απουσίες.


Μέρες τώρα με παιδεύουν οι απουσίες καλών φίλων. Φίλων διαδικτυακών που χρόνια τώρα τους «έμαθα» από τις γραφές τους. Μου λείπει ο Κύριος. Ο Spy. Η Σοφία.Ο Κωστής. Η Γλαύκη.Φίλων πραγματικών , που η καχυποψία , ο εγωισμός και η ατελείωτη περιστροφή γύρω από τον άξονά τους ,δεν τους αφήνει να δουν πέρα από τη μύτη τους. Μου λείπει η παρέα των φοιτητικών μου χρόνων. Μου λείπει η Φωτεινή και η Γεωργία. Πώς διάολο γίναμε έτσι; Μου λείπει η Σοφία. Που παίζαμε «τα μήλα».Και η Δήμητρα. Και η Ντέμη. Που πήγαν εκείνα τα ατέλειωτα βράδυα καψούρας ,που δεν κοίταζες στραβά την άλλη μήπως σου φάει το γκόμενο; Που γυρνούσαμε ξυπόλητες μετά από τρελό χορό και σταματούσαμε για μια βουτιά στη θάλασσα; Που στέγνωνε το στόμα από το ποτό και καλοπιάναμε με χαμόγελα , τον κύριο με τους λουκουμάδες για πιο πολύ σιρόπι σοκολάτα..Μου λείπει το απομεσήμερο στο ουζερί ,που γινόταν απόβραδο. Η μπιρίμπα και τα μπιριμπάκια. Το νευρικό γέλιο της Έλενας όταν έκλεβε. Το σηκωμένο φρύδι της Ήλιας όταν την έπαιρνε χαμπάρι. Μου λείπει η κοριτσίστικη αφέλεια , που καταπίνει τη γυναικεία ματαιοδοξία. Η παρορμητική δράση. Το χέρι που απλώνεται χωρίς το άλλο να περιμένει στη γωνία. Το ειλικρινές χαμόγελο. Το απόλυτο βλέμμα. Το σιωπηλό άγγιγμα του πόνου.Μου λείπει ο baeltimazilfas. Ο σοφός μου φίλος. Και ένα καζάνι με ζωμό χαρούμενων σκέψεων και αστερόσκονης να βουτήξω, μήπως θυμηθώ που άφησα τελευταία φορά τις ελπίδες μου.

Red**


Ονειρεύτηκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φαγητό για πολύ κόσμο. Όταν τη ρώτησα το λόγο, αποκρίθηκε πως μέχρι αύριο θα έχει φύγει , πως φροντίζει να μείνουμε όλοι χορτάτοι. Και ύστερα έφυγα κλαίγοντας , βρέθηκα στην αγκαλιά του παππού , με παρηγόρησε , μου είπε να ξυπνήσω ,να μη φοβάμαι και να μη δίνω σημασία σε ονείρατα που έχουν χρώμα. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα πιο πολύ το φευγιό της μάνας μου ή την παρουσία του μπάρμπα-Τάσου. Δεν ξέρω αν ήταν κάποιος οιωνός ,ούτε αν ήταν που κρύωνα. Θα’θελα να μπορώ να βιντεοσκοπήσω τα όνειρά μου και να τα δω με την ησυχία μου μετά – καρέ καρέ. Θα’θελα να είναι όλα ασπρόμαυρα και να μπορώ να τα χρωματίσω εγώ. Και τώρα που ετοιμάζομαι πάλι να ονειρευτώ, θα’θελα να ζήσω μέσα σε ένα όνειρο ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω , ότι δεν μπορώ να γευτώ , ότι δεν μπορώ να φωνάξω. Να φορέσω μια μάσκα. Μια μάσκα να κρύβει το πρόσωπο. Το πρόσωπο που κρύβει τον πόνο. Τον πόνο που τρώει την καρδιά. Την καρδιά που ποτέ δεν ξέρει.
Μου είπες πως σήμερα με νιώθεις κάπως...Σωστά μετράει το νιωθόμετρό σου. Φοβήθηκα. Είναι αλήθεια. Έμεινα ένα βήμα πίσω , μήπως προπορευτεί το όνειρο. Ήμουν πάντα ατσάλινη. Και τούτη η ανθρώπινη προβιά με στενεύει. Χρειάζομαι τώρα μια άνω τελεία. Για τα όνειρα προσεχώς. Και δυό εισαγωγικά, για τα λόγια που τρέχουν. Χρειάζομαι λίγο ροζ , για το πινέλο μου και μια πρέζα αλάτι για τις πληγές μου. Ένα κομμάτι χαρτί γιατί το ρημάδι το πληκτρολόγιο δεν ματώνει. Χρειάζομαι μια πένα. Να βγάλω τους λεκέδες απ’το παλιό κόκκινο φόρεμα.. Και ένα τραγούδι να βρέξω τα χείλη μου.

Φω(ς)



Τα μαύρα κουτάκια στο σταυρόλεξο, μπερδεύτηκαν με τα νούμερα του Sudoku. Άλλα χώθηκαν διαγώνια, άλλα βγήκαν απ’έξω και ήταν μερικά ατίθασα που έδιωξαν τελείως τα άσπρα,βάφτηκαν κόκκινα και έκαναν του κεφαλιού τους. Το 2 ήρθε κοντά στο 8, το αγνόησε τελείως, έγινε 28 και έκανε κονέ με το 3. Άναψαν τσιγάρο, ήπιαν κρασί , μιλούσαν εξισώσεις παράξενες και σιωπές φευγάτες. Οι λέξεις έστησαν καυγά στο μαύρο τερέν. Φορτωμένες με λευκά κουτάκια , έψαχναν να βρουν δρόμο να χωθούν, έσκαβαν όλη νύχτα λαγούμια μήπως μπλοκάρουν την περίεργη συνάντηση. Έστηναν αυτί να μάθουν , ψιθύριζαν ξόρκια και έφτιαχναν προτάσεις χείμμαρους να πνίξουν την ανταρσία.Η ιεροτελεστία ήταν στημένη. Μια φάρσα που χρωστούσε η ζωή-είπε. Και στους δυό;.Κανείς δεν ήξερε πως ξεκίνησε. Ούτε που οδηγούσε. Ούτε οι ίδιοι, ούτε οι παρατηρητές-αριθμοί που περπατούσαν εδώ και εκεί αδιάφοροι και σχεδόν χαμένοι. Η άγνοια της λογικής και ο φόβος της εξέλιξης , του ορισμού νέων πράξεων και δομών τους άφησε μόνους να περιμένουν ένα σημάδι θεϊκό. Γιατί δεν ήξεραν μορφή, δέρμα και πρόσωπο. Άγγιγμα και αγκαλιά. Ήξερε μόνο την καμπύλη της αύρας της. Ήξερε μόνο τις νότες του μυαλού του. Ένα χαμόγελο και μια ανήσυχα ήρεμη δύναμη πίσω από το φως του αύριο. Που ονειρεύεται, παλεύει και ιδρώνει. Άγριος και τρυφερός σαν φθινοπωρινός αέρας. Γρήγορος σαν αρχή , δύσκολος σαν φεύγα. Αριστοκρατικός σαν δυνατό ένα. Απλός σαν ανάσα, κόκκινος σαν μικρές εκρήξεις συμπάντων. Λευκός σαν κρασί που γέρασε στις χούφτες της , φωτεινός σαν γέλιο μικρού παιδιού. Άρχοντας. Της σιωπής και της μέθης.

Το 3 ήρθε πιο κοντά στο 28. Ένα μαύρο κουτάκι ξεθάρρεψε. Έβγαλε μια μεγάλη παραπλανητική ταμπέλα.‘Please mind the gap’.Στην πραγματικότητα περίμενε εκεί , μέχρι κάποιος να το γεμίσει.Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του-σκέφτηκε και κέρασε ποτό τους περαστικούς μήπως τους πιάσει στη μέθη. Τα σχέδιά του χάλασαν όταν στη μέση μπήκε ένας μεγάλος προβολέας. Φώτισε τα σοκάκια , έριξε σταγόνες γέφυρες πάνω απ’τα σκιασμένα κενά. Ανελέητο φως , ερμητικά ελεύθερο , ορμητικά αληθινό , αυθόρμητα ένοχο. Αληθινά εκτυφλωτικό, σαγηνευτικά αγέρωχο. Ωμό , πλατινένιο , υγρό φως. Από εκείνο που τρέχει στους λαβίρυνθους του μυαλού που δεν κοιμάται ποτέ. Που αναζητά την λύτρωση ,την αποθέωση, την εξέλιξη. Κινητήρια δύναμη μιας μικρής αναπνοής. Μιας σκέψης που γέμισε άρωμα το δωμάτιο. Της αρχής της νιότης στα χρόνια που αγάπησαν τη φωτιά. Φως, ανυπέρβλητο μιας αστείρευτης φρεσκάδας. Χωρίς λευκά και μαύρα κουτάκια και χαμένους αριθμούς. Μόνο νότες και ψίθυροι. Φως , που ξαπλώνει εκεί που αρχίζει το ουράνιο τόξο. Εκεί που ακουμπάει η νύχτα το φιλί της.

Silence Included


Μου είπες θα μου στείλεις ένα σκίτσο. Είπες πως θες να συνοδέψω με λίγα λόγια την εικόνα. Είναι σχετικά δύσκολο να γράψεις μια μικρή ιστορία για κάτι που έχει φανταστεί ένας καλλιτέχνης. Θυμάσαι τη διαφωνία μας για εκείνη τη γυναικεία μορφή; Εγώ τη φαντάστηκα χωρίς πόδια και εσύ την ήθελες αγωνίστρια. Παρόλο όμως που δεν ταυτίζονται πάντα οι ματιές ,ακόμα και όταν διασταυρώνονται στιγμιαία , έκανα μια προσπάθεια. Η ιστορία είναι μικρή , όπως και το σκίτσο σου. Ένας άνθρωπος ξαπλωμένος στην έρημο.Η έρημος δεν είναι καυτή όπως οι άλλες. Ο ήλιος δεν τον τυφλώνει. Ούτε και η ανεμοθύελλα. Στο μακρύ ταξίδι του, βρήκε τη θάλασσα σε τρεις κόκκους άμμου. Λούστηκε τις αμαρτίες του , έσκισε τα ρούχα του , κοίμησε τα όνειρά του και περπάτησε ξανά μετά από καιρό το δρόμο τον μοναχικό. Σταμάτησε να ξαποστάσει. Ξάπλωσε να θυμηθεί. Σηκώθηκε να συνεχίσει. Άπλωσε το χέρι και σε μια στιγμή , έκανε τον ήλιο δικό του. Δάμασε τους αέρηδες. Βούλιαξε τα πόδια του στο κινούμενο άπειρο και βαπτίστηκε ξανά.Η σιωπή του ,πιο εκκωφαντική από την εγκόσμια απουσία του. Τι σημασία έχει; Οι σκιές δεν κάνουν θόρυβο.





Όταν μου στείλεις το σκίτσο, μπορεί η ιστορία να είναι καλύτερη.

top