Intermezzo


Στο υπέροχο διήγημά του Το Ρόδο του Παράκελσου (1983) , ο Μπόρχες περιγράφει τον αλχημιστή του Μεσαίωνα Παράκελσο , που είχε τη φήμη ότι μπορούσε να ανασυνθέτει τριαντάφυλλα από τις στάχτες τους:

Ο νεαρός σήκωσε το ρόδο.
«Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο , κι ύστερα , με την τέχνη σου , να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ , κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολόκληρη.»
«Είσαι πολύ εύπιστος» είπε ο δάσκαλος. «Εγώ δεν χρειάζομαι ευπιστίες, εγώ απαιτώ την πίστη.»
Ο άλλος επέμεινε:
«Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος , θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.»
Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του και έπαιζε με αυτό καθώς μιλούσε.
«Είσαι εύπιστος» είπε. «Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;»
«Κανείς δεν είναι ανίκανος να το καταστρέψει» είπε ο μαθητής.
«Γελιέσαι. Μπας και πιστεύεις πως οτιδήποτε μπορεί να αφανιστεί; Πιστεύεις πως ο Αδάμ , στον παράδεισο , μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι , έστω και ένα χορταράκι;»
«Δεν βρισκόμαστε στον παράδεισο» είπε ο νεαρός πεισματωμένα.
«Εδώ, κάτω απ’το φεγγάρι είναι όλα θνητά.»
Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.
«Και που αλλού βρισκόμαστε;Πιστεύεις πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο που να μην είναι ο παράδεισος; Πιστεύεις πως η πτώση είναι κάτι άλλο από το να αγνοούμε πως βρισκόμαστε στον παράδεισο;»
«Ένα ρόδο μπορεί να καεί» είπε ο μαθητής , προκλητικά.
«Η φωτιά στο τζάκι καίει ακόμα» είπε ο Παράκελσος. «Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη , θα πίστευες ότι το κατασπάραξαν οι φλόγες και ότι οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’αλλάξει. Μια λέξη μου θ’αρκούσε για να το ξαναδείς μπροστά σου.»
«Μια λέξη;» είπε παραξενεμένος ο μαθητής. «Η κάμινος είναι σβηστή , και οι άμβικες γεμάτοι σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;»

Εργασίες σχετικά με τα αντιστρέψιμα κυψελωτά αυτόματα έδειξαν πως υπάρχουν διακριτά «παιδικά» μοντέλα συμπάντων στα οποία καμία πληροφορία δεν χάνεται , δηλαδή μιλώντας με μεσαιωνικούς όρους , η ψυχή είναι αθάνατη. Φυσικά δεν πρόκειται για καμιά τρομερού τύπου αθανασία. Το μόνο που σημαίνει αυτό είναι ότι υπάρχει πάντα επαρκής πληροφορία για να μπορεί να αντιστραφεί ο χρόνος και να ανασυσταθεί οποιαδήποτε προηγμένη κατάσταση του σύμπαντος.
Σίγουρα ένα ψηφιακό τριαντάφυλλο μπορεί να πεθάνει και να ξαναζωντανέψει. Τι γίνεται όμως με ένα πραγματικό; Είναι αναλογικό ή ψηφιακό; Η φυσική πραγματικότητα είναι αναλογική ή ψηφιακή; Με άλλα λόγια , στο σύμπαν μας υπάρχουν πραγματικοί αριθμοί άπειρης ακρίβειας ή είναι όλα κατασκευασμένα από 0 και 1;

Ο Φέινμαν λέει σχετικά:
Με ενοχλεί η ιδέα ότι , σύμφωνα με τους νόμους όπως τους κατανοούμε σήμερα , μια υπολογιστική μηχανή απαιτεί έναν άπειρο αριθμό λογικών πράξεων για να συλλάβει το τι συμβαίνει σε οσοδήποτε μικρό μέρος του χώρου και κατά τη διάρκεια οσοδήποτε μικρού χρονικού διαστήματος.Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν όλα αυτά σ’αυτό το μικροσκοπικό χώρο; Γιατί θα πρέπει να απαιτείται άπειρη ποσότητα λογικής για να κατανοήσουμε τι πρόκειται να συμβεί σε ένα μικροσκοπικό τμήμα χώρου/χρόνου; Συχνά έκανα την υπόθεση ότι στο τέλος η φυσική δε θα χρειαστεί μια μαθηματική πρόταση , ότι στο τέλος ο μηχανισμός θα αποκαλυφθεί , ότι οι νόμοι θα αποδειχθεί ότι είναι το ίδιο απλοί με τη σκακιέρα....

Η σκακιέρα του Θεού και ο μικροσκοπικά άπειρος παράδεισος. Εκεί, που κάθε στιγμή σκοτώνουμε και ανασταίνουμε με μια μόνο λέξη τριαντάφυλλα.Και αν φαίνεται πως χάνουμε τον προορισμό μας , την πίστη και την αλήθεια μας, μια ακολουθία από 0 και 1 έρχεται να συμφωνήσει με την παραβολή. Παράδεισος είναι η σύλληψη της ιδέας, η αρχή του νόστου , το χρώμα της λήθης.

**Η φωτογραφία είναι του ΔΟΝ ΨΥΧΩΤΗ.Τον ευχαριστώ πολύ που μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω τη δουλειά του.

Μπροστά στο Νόμο

Μπροστά στο Νόμο στέκει ένας φύλακας. Σ’αυτόν το φύλακα έρχεται ένας άνθρωπος από την ύπαιθρο και τον παρακαλεί να τον αφήσει να μπει στο Νόμο. Ο φύλακας του απαντά πως αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτάει αν θα μπορέσει να μπει αργότερα. «ίσως» , λέει ο φύλακας , «τώρα όμως όχι». Η πύλη που οδηγεί στο Νόμο είναι ανοιχτή ,όπως πάντα, και καθώς ο φύλακας στέκει παράπλευρα , ο άνθρωπος σκύβει για να κοιτάξει μέσα. Βλέποντάς τον ο φύλακας χαμογελάει και λέει : « αν τόσο σε τραβάει , δοκίμασε λοιπόν να μπεις παρά την απαγόρευσή μου. Σημείωσε όμως : είμαι ισχυρός . Και δεν είμαι παρά ο τελευταίος από τους φύλακες , ο ένας πιο ισχυρός από τον άλλο. Να φανταστείς πως τον τρίτο στη σειρά και εγώ φοβάμαι να τον αντικρύσω».
Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο άνθρωπος από την ύπαιθρο , κι όμως ο Νόμος ,σκέφτεται ,έπρεπε να είναι προσιτός σε όλους και ανά πάσα στιγμή , μα , εξετάζοντας τώρα πιο προσεκτικά το φύλακα με τη γούνα του , τη μεγάλη σουβλερή μύτη του και τη μακριά , αραιή ,μαύρη , τατάρικη γενειάδα του , αποφασίζει πως είναι καλύτερα να περιμένει ωσότου τον αφήσουν να μπει. Ο φύλακας του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πύλη. Εκεί κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές απόπειρες να τον αφήσουν να μπει και καταπονεί το φύλακα με τα παρακάλια του. Ο φύλακας του κάνει συχνά ,συνηθισμένες ερωτήσεις , τον ρωτάει για τον τόπο του και για πολλά άλλα , μα οι ερωτήσεις του είναι ψυχρές όπως αυτές που κάνουν οι αφέντες , και στο τέλος του λέει πάντοτε πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος , που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι , τα διαθέτει όλα , όσο πολύτιμα και αν είναι , για να εξαγοράσει τον φύλακα. Κι ο φύλακας τα δέχεται όλα λέγοντας όμως στο κάθε δώρο: «το δέχομαι μόνο για να μη νομίσεις πως κάτι παρέλειψες».
Όλ’αυτά τα χρόνια που περιμένει , ο άνθρωπος συγκεντρώνει την προσοχή του σε αυτόν τον φύλακα ,σχεδόν αποκλειστικά. Ξεχνάει τους άλλους φύλακες και του φαίνεται πως αυτός ο πρώτος είναι το μοναδικό εμπόδιο μπρος στην είσοδο του Νόμου. Τα πρώτα χρόνια καταριέται φωναχτά την κακή του μοίρα , αργότερα , καθώς γερνάει , μουρμουρίζει μόνο. Ξαναμωραίνεται , και επειδή στη μακρόχρονη εξέταση του φύλακα γνώρισε ακόμα και τους ψύλλους στο γιακά της γούνας του , παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και να μεταπείσουν τον φύλακα. Τελικά αδυνατίζει το φως του και δεν ξέρει αν γύρω του στ’αλήθεια σκοτεινιάζει ή αν τα μάτια του τον γελάνε. Μα μες στο σκοτάδι βλέπει τώρα φως ανέσπερο να ξεχύνεται από την πύλη του Νόμου. Τώρα πια οι μέρες του είναι μετρημένες.
Πριν από το θάνατό του όλες οι εμπειρίες όλων αυτών των χρόνων συγκεντρώνονται στο μυαλό του σ’ένα ερώτημα , που ποτέ δεν έβαλε στον φύλακα. Του γνέφει να πλησιάσει γιατί δεν μπορεί πια να ορθώσει το αποστεωμένο κορμί του. Ο φύλακας αναγκάζεται να σκύψει βαθιά κατά τη μεριά του γιατί η διαφορά του αναστήματός του έχει μεταβληθεί σε βάρος του ανθρώπου. «Τι άλλο θες να μάθεις ακόμα;» ρώτησε ο φύλακας , «είσαι αχόρταγος». «Όλοι πασχίζουν να γνωρίσουν το Νόμο» , λέει ο άνθρωπος , «πως γίνεται και τόσα χρόνια δεν ζήτησε κανένας εκτός από μένα να μπει;» . Ο φύλακας βλέπει πως ο άνθρωπος είναι πια στο τέλος του και επειδή σβήνει η ακοή του , φωνάζει μέσα στο αφτί του, «Κανένας άλλος δεν μπορούσε να μπει από εδώ γιατί η πύλη αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για σένα. Τώρα πάω να την κλείσω».

[Από τη Δίκη του Φραντς Κάφκα, σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη , Εκδόσεις Θεμέλιο.Ας σημειωθεί ότι στα Εβραϊκά η λέξη για το Νόμο είναι «Torah» , που σημαίνει επίσης και «αλήθεια». Ο Όρσον Ουέλς διαβάζει με θαυμαστό τρόπο αυτή την παραβολή στην κινηματογραφική του μεταφορά της Δίκης].
***Μια μικρή συζήτηση με μια φίλη ,χθες...μου θύμησε την ωραία αυτή παραβολή. Ανακάλυψα και πάλι , πως για τον καθέναν λειτουργεί διαφορετικά...όπου Νόμος..δοκιμάστε να βάλετε Θεός, Αλήθεια ..ακόμα και Αγάπη....


top