Απουσίες.


Μέρες τώρα με παιδεύουν οι απουσίες καλών φίλων. Φίλων διαδικτυακών που χρόνια τώρα τους «έμαθα» από τις γραφές τους. Μου λείπει ο Κύριος. Ο Spy. Η Σοφία.Ο Κωστής. Η Γλαύκη.Φίλων πραγματικών , που η καχυποψία , ο εγωισμός και η ατελείωτη περιστροφή γύρω από τον άξονά τους ,δεν τους αφήνει να δουν πέρα από τη μύτη τους. Μου λείπει η παρέα των φοιτητικών μου χρόνων. Μου λείπει η Φωτεινή και η Γεωργία. Πώς διάολο γίναμε έτσι; Μου λείπει η Σοφία. Που παίζαμε «τα μήλα».Και η Δήμητρα. Και η Ντέμη. Που πήγαν εκείνα τα ατέλειωτα βράδυα καψούρας ,που δεν κοίταζες στραβά την άλλη μήπως σου φάει το γκόμενο; Που γυρνούσαμε ξυπόλητες μετά από τρελό χορό και σταματούσαμε για μια βουτιά στη θάλασσα; Που στέγνωνε το στόμα από το ποτό και καλοπιάναμε με χαμόγελα , τον κύριο με τους λουκουμάδες για πιο πολύ σιρόπι σοκολάτα..Μου λείπει το απομεσήμερο στο ουζερί ,που γινόταν απόβραδο. Η μπιρίμπα και τα μπιριμπάκια. Το νευρικό γέλιο της Έλενας όταν έκλεβε. Το σηκωμένο φρύδι της Ήλιας όταν την έπαιρνε χαμπάρι. Μου λείπει η κοριτσίστικη αφέλεια , που καταπίνει τη γυναικεία ματαιοδοξία. Η παρορμητική δράση. Το χέρι που απλώνεται χωρίς το άλλο να περιμένει στη γωνία. Το ειλικρινές χαμόγελο. Το απόλυτο βλέμμα. Το σιωπηλό άγγιγμα του πόνου.Μου λείπει ο baeltimazilfas. Ο σοφός μου φίλος. Και ένα καζάνι με ζωμό χαρούμενων σκέψεων και αστερόσκονης να βουτήξω, μήπως θυμηθώ που άφησα τελευταία φορά τις ελπίδες μου.

Red**


Ονειρεύτηκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φαγητό για πολύ κόσμο. Όταν τη ρώτησα το λόγο, αποκρίθηκε πως μέχρι αύριο θα έχει φύγει , πως φροντίζει να μείνουμε όλοι χορτάτοι. Και ύστερα έφυγα κλαίγοντας , βρέθηκα στην αγκαλιά του παππού , με παρηγόρησε , μου είπε να ξυπνήσω ,να μη φοβάμαι και να μη δίνω σημασία σε ονείρατα που έχουν χρώμα. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα πιο πολύ το φευγιό της μάνας μου ή την παρουσία του μπάρμπα-Τάσου. Δεν ξέρω αν ήταν κάποιος οιωνός ,ούτε αν ήταν που κρύωνα. Θα’θελα να μπορώ να βιντεοσκοπήσω τα όνειρά μου και να τα δω με την ησυχία μου μετά – καρέ καρέ. Θα’θελα να είναι όλα ασπρόμαυρα και να μπορώ να τα χρωματίσω εγώ. Και τώρα που ετοιμάζομαι πάλι να ονειρευτώ, θα’θελα να ζήσω μέσα σε ένα όνειρο ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω , ότι δεν μπορώ να γευτώ , ότι δεν μπορώ να φωνάξω. Να φορέσω μια μάσκα. Μια μάσκα να κρύβει το πρόσωπο. Το πρόσωπο που κρύβει τον πόνο. Τον πόνο που τρώει την καρδιά. Την καρδιά που ποτέ δεν ξέρει.
Μου είπες πως σήμερα με νιώθεις κάπως...Σωστά μετράει το νιωθόμετρό σου. Φοβήθηκα. Είναι αλήθεια. Έμεινα ένα βήμα πίσω , μήπως προπορευτεί το όνειρο. Ήμουν πάντα ατσάλινη. Και τούτη η ανθρώπινη προβιά με στενεύει. Χρειάζομαι τώρα μια άνω τελεία. Για τα όνειρα προσεχώς. Και δυό εισαγωγικά, για τα λόγια που τρέχουν. Χρειάζομαι λίγο ροζ , για το πινέλο μου και μια πρέζα αλάτι για τις πληγές μου. Ένα κομμάτι χαρτί γιατί το ρημάδι το πληκτρολόγιο δεν ματώνει. Χρειάζομαι μια πένα. Να βγάλω τους λεκέδες απ’το παλιό κόκκινο φόρεμα.. Και ένα τραγούδι να βρέξω τα χείλη μου.

Φω(ς)



Τα μαύρα κουτάκια στο σταυρόλεξο, μπερδεύτηκαν με τα νούμερα του Sudoku. Άλλα χώθηκαν διαγώνια, άλλα βγήκαν απ’έξω και ήταν μερικά ατίθασα που έδιωξαν τελείως τα άσπρα,βάφτηκαν κόκκινα και έκαναν του κεφαλιού τους. Το 2 ήρθε κοντά στο 8, το αγνόησε τελείως, έγινε 28 και έκανε κονέ με το 3. Άναψαν τσιγάρο, ήπιαν κρασί , μιλούσαν εξισώσεις παράξενες και σιωπές φευγάτες. Οι λέξεις έστησαν καυγά στο μαύρο τερέν. Φορτωμένες με λευκά κουτάκια , έψαχναν να βρουν δρόμο να χωθούν, έσκαβαν όλη νύχτα λαγούμια μήπως μπλοκάρουν την περίεργη συνάντηση. Έστηναν αυτί να μάθουν , ψιθύριζαν ξόρκια και έφτιαχναν προτάσεις χείμμαρους να πνίξουν την ανταρσία.Η ιεροτελεστία ήταν στημένη. Μια φάρσα που χρωστούσε η ζωή-είπε. Και στους δυό;.Κανείς δεν ήξερε πως ξεκίνησε. Ούτε που οδηγούσε. Ούτε οι ίδιοι, ούτε οι παρατηρητές-αριθμοί που περπατούσαν εδώ και εκεί αδιάφοροι και σχεδόν χαμένοι. Η άγνοια της λογικής και ο φόβος της εξέλιξης , του ορισμού νέων πράξεων και δομών τους άφησε μόνους να περιμένουν ένα σημάδι θεϊκό. Γιατί δεν ήξεραν μορφή, δέρμα και πρόσωπο. Άγγιγμα και αγκαλιά. Ήξερε μόνο την καμπύλη της αύρας της. Ήξερε μόνο τις νότες του μυαλού του. Ένα χαμόγελο και μια ανήσυχα ήρεμη δύναμη πίσω από το φως του αύριο. Που ονειρεύεται, παλεύει και ιδρώνει. Άγριος και τρυφερός σαν φθινοπωρινός αέρας. Γρήγορος σαν αρχή , δύσκολος σαν φεύγα. Αριστοκρατικός σαν δυνατό ένα. Απλός σαν ανάσα, κόκκινος σαν μικρές εκρήξεις συμπάντων. Λευκός σαν κρασί που γέρασε στις χούφτες της , φωτεινός σαν γέλιο μικρού παιδιού. Άρχοντας. Της σιωπής και της μέθης.

Το 3 ήρθε πιο κοντά στο 28. Ένα μαύρο κουτάκι ξεθάρρεψε. Έβγαλε μια μεγάλη παραπλανητική ταμπέλα.‘Please mind the gap’.Στην πραγματικότητα περίμενε εκεί , μέχρι κάποιος να το γεμίσει.Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του-σκέφτηκε και κέρασε ποτό τους περαστικούς μήπως τους πιάσει στη μέθη. Τα σχέδιά του χάλασαν όταν στη μέση μπήκε ένας μεγάλος προβολέας. Φώτισε τα σοκάκια , έριξε σταγόνες γέφυρες πάνω απ’τα σκιασμένα κενά. Ανελέητο φως , ερμητικά ελεύθερο , ορμητικά αληθινό , αυθόρμητα ένοχο. Αληθινά εκτυφλωτικό, σαγηνευτικά αγέρωχο. Ωμό , πλατινένιο , υγρό φως. Από εκείνο που τρέχει στους λαβίρυνθους του μυαλού που δεν κοιμάται ποτέ. Που αναζητά την λύτρωση ,την αποθέωση, την εξέλιξη. Κινητήρια δύναμη μιας μικρής αναπνοής. Μιας σκέψης που γέμισε άρωμα το δωμάτιο. Της αρχής της νιότης στα χρόνια που αγάπησαν τη φωτιά. Φως, ανυπέρβλητο μιας αστείρευτης φρεσκάδας. Χωρίς λευκά και μαύρα κουτάκια και χαμένους αριθμούς. Μόνο νότες και ψίθυροι. Φως , που ξαπλώνει εκεί που αρχίζει το ουράνιο τόξο. Εκεί που ακουμπάει η νύχτα το φιλί της.

View

Νόμιζα για πολύ καιρό πως δεν υπάρχει τίποτα να με συγκινήσει.
Νόμιζα πως φτάνουν μερικές αναποδιές και πολλές απώλειες για να σκληρύνουν το μοναδικό ίσως όργανο που παίζει μουσική , έστω και χαλασμένο.Το δε δάκρυ κορόμηλο. Για εκείνα τα συννεφάκια που κάποιοι δεν θα αγγίξουν ποτέ.Όπως και για εκείνα τα βιβλία των ονείρων που δεν θα ανοίξουν παρά μόνο όταν το κουτί της Πανδώρας , μου δείξει την εντυπωσιακή μπαλαρίνα που χορεύει με το κλειδί κρεμασμένο στο λαιμό της.
Παράδοξο ή μη..δεν ξέρω. Αρκούμαι στο να απολαμβάνω τη συγκίνηση για το μεγαλείο της ζωής που τρέμει στα πόδια μου.


…+ a touch=…



Ρίξε ένα δαχτυλάκι ακόμα. Από το κόκκινο το καλό. Να γιορτάσουμε την αρχή της μέθης.Τη στιγμή της ανακύκλωσης. Την άνοιξη του χρόνου που ρυτίδιασε το νου. Στάξε μέλι , χυμούς και ανάσες. Στο όνομα της εφηβείας που τρέμει. Στο βωμό της θεάς που εκλιπαρεί. Για το χατήρι της. Για το ντέρτι του. Για όλες τις μέρες που νυχτώσανε δύσκολα. Και για εκείνες που ξημερώσανε στην αμμουδιά. Βάλε τα κρύσταλλα τα ακριβά. Εκείνα που παίζουν μουσική μόλις τα χαιδέψεις. Που μεταμορφώνουν το φως σε ύδωρ. Που κάνουν το κρασί να στενάζει. Εκείνα που στις σάλες συνοδεύουν γεύσεις και αρώματα. Φθηνά βεγγαλικά της νεόπλουτης ατραξιόν. Ακριβά αστέρια της αρχόντισας χορεύτριας. Γέμισε τα με λήθη και ευχή, έρωτα και φεγγάρια. Άστα να ξεχειλήσουν , να τραγουδήσουν την έμπνευση. Τη μούσα. Που δεν έμαθε ακόμα , πως θ’αγιάσει τις σκέψεις του. Ούτε πως θα βρει το δρόμο ν’ανασάνει στο στέρνο του. Ούτε τον τρόπο να αρπάξει ένα χαμόγελο μετά το νάμα. Και αν είμαστε αλλιώτικοι , μπορούμε ακόμα να μεθάμε. Στο πάρτυ της έλξης των ανόμοιων, τα όμοια ωχριούν. Υποκλίνονται και σωπαίνουν. Στη γιορτή της αποπλάνησης του νου, μόνο ο φόβος λείπει. Ανήμπορος μπροστά στο θαύμα της έναρξης , θυμώνει και φεύγει. Κανείς δεν μπορεί να γίνει τέλος στην τελεία. Ούτε καν ο πόνος.




«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη , στον ουρανό εκρύγνειται ένας αστέρας supernova…»
Δημήτρης Λιαντίνης - «Γκέμμα»

Synaisthesia**



Εμένα άσε με εκεί...
Εκεί που συνεχίζω τους δρόμους μου...
...γιατί περισσεύει χαμόγελο, μεγαλώνει το μπόι, γαληνεύει η ματιά ...γιατί αποφάσισα να ιδρώσω για μένα και για τις χίλιες πλην μιά νύχτες μου - για την άλλη που μου χρωστάς δεν κρατώ τεφτέρι......γιατί συνήθισαν οι πατούσες μου την άμμο , και οι κόκκοι τρελάθηκαν να χορεύουν......γιατί το καλοκαίρι μου τώρα άρχισε , ανάμεσα σε παιδικές φωνές, νυσταγμένα πρωινά βλέμματα...γιατί σώθηκε το μελάνι , στέγνωσε το νερό των ματιών, ξεχείλησε το νερό της ψυχής και μ’ έπνιξε...
...γιατί....
Άσε με εκεί....γιατί έτσι θέλω...

Ταμείο


Η διαδικασία είναι γνωστή και την ξέρω από πρώτο χέρι. Κοίταζω προς τα επάνω, βάζω στόχο, κυνηγώ το όνειρό μου και τότε θα αποφύγω τα αυτοκαταστροφικά πατρόν στα οποία συνήθως πέφτω όταν πορεύομαι χωρίς σκοπό. Δυστυχώς δεν είναι πάντα εφικτό να ξέρω αν η δράση που έχω αναλάβει λειτουργεί ωφέλιμα και εποικοδομητικά ή αν τρέχω στη λάθος λωρίδα που είναι επί πλέον και αντίθετη στο ρεύμα. Νιώθω την υποχρέωση- ω ναι υποχρέωση, ευθύνη, καθήκον- να βοηθήσω τους άλλους να πραγματοποιήσουν τα όνειρά ΤΟΥΣ. Ταυτόχρονα αναλογίζομαι Κι εγώ; Κι ΕΓΩ; Κι ΕΓΩΩΩ; Νιώθω όμως απολύτως ικανή να ζήσω δύο ζωές χωρίς να καταλάβει κανείς μα κανείς ότι δεν είμαι ο μικρός άγγελος που όλοι βλέπουν.
Εάν μ’ άφηνε κάποιος μόνη μου να ταΐσω όπως θέλω τις ανθρώπινες καρδιές και να τις κανακέψω στο δικό μου ουρανό και να τις μεγαλώσω με τις δικές μου αισθητικές αρχές, τότε δε θα είχα κανένα πρόβλημα. Τότε θα μπορούσα να δουλέψω σκληρά, να το σκάω μία στο τόσο κάπου ειδυλλιακά και να επιστρέφω πριν χτυπήσει η καμπάνα για τον όρθρο. Προς το παρόν ,μπορώ να ζήσω το τρέιλερ ενός έργου που συνοψίζεται: ονειρεύομαι (μαζί ή χωρίς τον άλλο), δραπετεύω (μαζί ή χωρίς), αγαπάω (με ή χωρίς αντικείμενο). Κι ας ελπίσουμε ότι οι ανόητες φιλοδοξίες των αδιάφ(θ)ορων , οι φριχτές πρακτικές των αφεντικών και οι συζητήσεις του μηδενός δε θα με επηρεάσουν.
Μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Σε αναμονή λοιπόν των επόμενων αγαπημένων λαθών. Αυτά ,μαζί με τα σωστά μου , ορίζουν το είναι μου. Ακόμα και αν δεν αναγνωρίζονται ,ορίζονται μονοσήμαντα. Προς το παρόν , πήρα ποπ κόρν ,κάθησα αναπαυτικά και περιμένω την προβολή. Αν μπορεί ο μπροστινός μου να σκύψει λίγο παρακαλώ....

Mrs Cinderella Whatever


Αγαπητή σταχτοπούτα,

Είμαι μια λάτρης των παραμυθιών. Είχα την τύχη να νανουρίζομαι στα χέρια της γιαγιάς , ακούγοντας ιστορίες και τραγούδια αλλόκοτα, για μάγισσες και ξωτικά , δράκους και πριγκηπέσσες. Είχα την τύχη να δοκιμάζω κρυφά τα γοβάκια της μαμάς μου και να φοράω το ψεύτικο στέμμα της χιονάτης αποφεύγοντας με τέχνη το δηλητηριασμένο μήλο της κακιάς μητριάς.Σε όλα τα παραμύθια που έμαθα νικητής ήταν η αγάπη που σαν ωραία κοιμωμένη ξυπνούσε καταμεσής του επεισοδίου και κατατρόπωνε το κακό, με ένα ξόρκι, ένα φιλί , ένα άγγιγμα. Είχα επίσης την τύχη να μάθω και άλλα παραμύθια διδακτικά, παραβολές και γρίφους που έμπλεκαν το μικρό μυαλουδάκι μου σε μυστικούς διαδρόμους και περάσματα σε άλλους κόσμους , απόκοσμους. Όλα αυτά τα δεδομένα είχαν έναν κοινό παρονομαστή. Τα επεξεργάστηκα στον σκληρό μου δίσκο πολλές φορές και άλλες έκανα restart, άλλες έκανα react. Η αέναη πάλη του καλού με το κακό , από καταβολής του κόσμου μου ,με παραξένευε και με έτρεφε. Μερικές φορές δεν ήξερα αν πρέπει να τοποθετήσω τον εαυτό μου με τους καλούς ή τους κακούς (εντάξει,υπάρχουν και οι άσχημοι..). Η φύση μας είναι και καλή και κακή ανάλογα τις περιστάσεις. Και εγώ βρέθηκα να αναρωτιέμαι αν έμαθα καλά τα παραμύθια μου. Αν έμαθα καλά από τα παραμύθια μου. Δεν έχω καλή νεράϊδα να μου φτάξει chanel τουαλέτα για το χορό του πρίγκηπα, να μεταμορφώσει το micra σε porche.Δεν έχω βάτραχο , ούτε μήλο. Δεν έχω μονόκερο, ούτε μακρυά μαλλιά να τα κάνω σκάλα. Δεν γέμισα τα ρούχα μου με στάχτες. Δεν έχω γυάλινο γοβάκι χαμένο. Δεν φοβήθηκα την αγάπη, δεν τρόμαξα με το τέρας. Δεν περιμένω, δεν κοιμάμαι. Ζω.

Μετά τιμής,
Εκκρεμές.

**Να μην ξεχάσω


**..να θέλω...

...γεμάτο μπωλ.Γεμάτη ζωή.Γεμάτη μέρα.Γεμάτη, σταλακτένια στιγμή.Και ένα στόμα , μόνιμα ανοικτό. Σαν χρυσόψαρο, σαν κομμάτι παζλ, σαν ουρίτσα τρωκτικού, σαν κοιλίτσα μωρού. Μάτι ηλιαχτίδα , σφύριγμα που να κολυμπά δίπλα σε όλα τα δελφίνια και οσμή που να δένει όλα τα κορδόνια του δάσους. Για να μη χάσω ποτέ ποτέ ό,τι μπορώ να ζήσω.

...την απόλυτη ευτυχία.Σε άπειρες , ευχάριστες γεύσεις. Όσο δάκρυ χρειαστεί. Για να ανέβει το ασανσέρ και να σβήσει το άπειρο, που μόνο καθυστερεί και θολώνει,στέκει και περιμένει. Την ευτυχία. Στο σχήμα του σώματός μου. Για να χωρέσω και να είμαι άνετα και να την καταλάβω.

...βρεγμένα αστέρια. ‘Ωστε όταν πια ενώσω αυτό το σύμπαν , το μικρό , δικό μου σύμπαν , το βραχυκύκλωμα να είναι τόσο ισχυρό που να γεννηθούν μύριες πυγολαμπίδες με μιάς.

**...να ευχαριστήσω...

Για όσα μου θυμίζεις σε ευχαριστώ. Για όσα σε ευχαρίστησα, σε ευχαριστώ ξανά. Για όσα πόνεσαν , δεν θυμάμαι. Για όσα λάτρεψα, δεν αναπολώ. Για όσα έζησα , αναπνέω. Για όσα έγινα, χαμογελώ. Για όσα ήσουν , θα είσαι. Για όσα θα’ρθουν , δεν ξέρω. Για όσα δεν ξέρω, δεν φοβάμαι.Για όσα φοβάμαι, ελπίζω. Για όσα ελπίζω, ανυπομονώ. Για όσα ανυπομονώ , ονειρεύομαι. Για όσα ονειρεύομαι , υπάρχω. Για όσα υπάρχω , σ’ευχαριστώ.

**...να χαμογελάσω και σήμερα.

Πιρουέτα


Κοίτα τι διάλεξε ο ουρανός για μένα απόψε.Τι νυχτερινό αδιάκριτο κέντημα κρατά στα χέρια του για να με σκεπάσει. Έτσι. Σαν φέρετρο αστρικό. Να με ρουφήξει,να με ταλαντεύσει , να με ντύσει σέρνοντάς με πάνω σε φωτεινές καμινάδες.Τα νύχια μάκρυναν απότομα σήμερα.Σαν να μην υπήρξε ποτέ καρδιά , ποτέ ταξίδι, ποτέ συγκίνηση..Και τώρα ρουφάω φυσαλίδες και το χθες.Για να δω καλύτερα το αύριο.Να αλαφρύνω , να ματώσω..για να μπορέσω να στεγνώσω.Να βάψω,να αρρωστήσω,να κάνω μπουγάδα ότι μπορώ να αφήσω επιτέλους πίσω..και ΟΤΙ ΘΕΛΕΙ να κρατηθεί...ας μείνει καθαρό και όμορφο..!τράβα! Άσε με να γλιστρήσω πάνω σου λοιπόν!
Με βλέπω στρογγυλοκαθισμένη σε ένα δροσερό φύλλο.Σχηματίζω με το σώμα μου εικόνες μέσα στο νερό.Πάει καιρός που έβλεπα γλυκά όνειρα.Μελένια. Ξαναγύρισαν οι δείκτες μου στην πραγματικότητα.Με πρόσωπα υπαρκτά και καταστάσεις φθίνουσες.Με στριγκλιές και μαχαιρώματα, σφύρες έτοιμες να αποκολληθούν από το δέντρο και διάτρητα τζάμια στην κορυφή.Είμαι επίπεδη.Χρειάζομαι αέρα.Να αποκτήσω ξανά σχήμα και να βγω από τις ρωγμές. Χρειάζομαι. Δεν φτάνει η απουσία αναρωτιέμαι;; Πρέπει να αλαφρύνω και πάλι. Να σκαρφαλώσω στο συννεφάκι μου.
Θέλω να δω πάλι τον εαυτό μου απλωμένο. Και ο ύπνος να μην είναι τόσο τρομακτικός,μα γαλήνιος. Ευτυχώς ποτέ δεν ήταν αδιάφορος. Πολλές φορές ,ακόμα και μέσα στην ημέρα έκλεινα το φως. Του μυαλού μου το φως. Τη νύχτα το τσεκάριζα ,σαν τα μωρά που νυσταγμένα κοιτούν αν η μάνα είναι ξύπνια στο προσκεφάλι τους. Τοποθετούσα τις σκέψεις μου προσεκτικά πάνω (μέσα;) στο μαξιλάρι. Να μην πέσουν.Να μη σπάσουν.Να μην σαλέψουν. Και μετά άπλωνα τα οστά και τους μύες ακριβώς δίπλα.Να κλωτσήσω το όνειρο.Να θερμάνω τη διαδρομή.Να φωταγωγήσω το πορτάκι του τέλους. Ξέρεις, σαν κάτι πολυδιαφημισμένα τηλεπαιχνίδια , που ο παρουσιαστής πετάγεται μέσα από φωτεινά τούνελ ή στρογγυλές πύλες στολισμένες με λαμπιόνια που αναβοσβήνουν στο ρυθμό των πνευστών και των χάλκινων.Νότα , πιρουέτα, ακροβασία της ψυχής. Φως.

Υ. Γ.


Πόσο θα ήθελα να σπάσω αυτή την τελεία.Να τη λιώσω.Να τη φτύσω.Να ανοίξω αυτή τη ρωγμή λυσσομανώντας και να ξεχάσω εκεί μέσα όλες τις τελείες του κόσμου. Κάθε δισταγμό.Κάθε stop. Κάθε πισωγύρισμα ,κοίταγμα σε ότι πάτησες , κέρδισες ,άφησες ,γλύστρησε. Κάθε αναποφασιστικότητα. Κάθε κενό.Κάθε διακοπή. Να τρέξω πάνω στις γραμμές. Να γεμίσω τα πόδια μου ενέργεια, αργή κίνηση ακροβάτη. Να σκίσω αυτό το μόνιμο δάκρυ κάτω από το μάτι του Αρλεκίνου. Ντύθηκα τόσες φορές. Από τόσο νωρίς. Χτενίζω, κοιτάζω, βάφω, διορθώνω, σουλουπώνω, φιγουράρω , καθρεπτίζω, περπατώ , προσφέρω,τιμώ, πετώ και πετάω..Πετώ και ΠΕΤΑΩ! Τι να σε χρεώσω ψυχή που δεν κρύβεσαι ,που δεν χωράς και δεν με χωράς;Τι να χρεώσω στις ανάσες που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν σκαλιά ,ακούραστα ως τώρα;Μέσα-έξω πόνος. Μέσα-έξω ύπαρξη. Μέσα- έξω νότες. Μέσα-έξω αύρα, βλέπω, θέλω ,αισθήσεις, ταξίδια σε ότι δεν μπορώ (και δεν θέλω) να αποδείξω. Τι μου είπες; Να ξαναβρώ τέμπο γιατί καθυστερώ τους υπόλοιπους; Ποιά είναι η διαφορά ενός πινέλου με το δοξάρι;

Υ.Γ. Δώσε μου 5’ να προπορευτώ και μετά με κυνηγάς...

Echoes


Είχα καιρό να πιάσω πληκτρολόγιο στα χέρια μου. Με μια γρήγορη ματιά παρατήρησα πως το άλφα είχε μετακομίσει κοντά στο βήτα και με μπέρδεψε. Ανακατατάξεις πρόσεξα και στα άλλα γράμματα και διέκρινα μια τάση επαναστατική. Οι λέξεις που ήθελα να γράψω αρνούνταν να μπουν σε σειρά και έκαναν του κεφαλιού τους. Κάπου ανάμεσα χώνονταν και αριθμοί , σύμβολα και μερικές γραφικές παραστάσεις. Εκείνο που ήταν το πιο παράξενο απ’όλα , ήταν πως ξαφνικά εμφανίστηκαν οικονομετρικά μοντέλα και χρονοσειρές. Ορκίζομαι πως αυτά δεν τα είχα υπολογίσει. Ανατροπές παρατηρήθηκαν και στις καιρικές συνθήκες. Μια κρύο , μια ζέστη , μια αέρας , μια άπνoια. Και, τέλος , παρουσιάστηκε μια σημαντική αύξηση των τιμών του γέλιου στο χρηματιστήριο συναισθηματικών αξιών. Μέσα σε όλη αυτή την αταξία , φάνηκε μια λογική τάξη πραγμάτων και άφησα τον εαυτό μου να παρατηρήσει την εξέλιξη του φαινομένου. Άφησα να μην ξέρω πως λύνεται ένα χθες , ένα εξαρτάται , το αίνιγμα των ασυμπτώτων. Lucky me. Είμαι εδώ , ζωντανή στη ζωή , στη γλύκα. Δεν παρατηρώ απλά, βλέπω βαθιά. Πίσω από το ποίημα της ορθής γωνίας, πέρα από το χρονοθέατρο που παίζεται.Έν αρχή ήν το ταξίδι. Είμαι έτοιμη.


top