Red**


Ονειρεύτηκα τη μάνα μου να μαγειρεύει φαγητό για πολύ κόσμο. Όταν τη ρώτησα το λόγο, αποκρίθηκε πως μέχρι αύριο θα έχει φύγει , πως φροντίζει να μείνουμε όλοι χορτάτοι. Και ύστερα έφυγα κλαίγοντας , βρέθηκα στην αγκαλιά του παππού , με παρηγόρησε , μου είπε να ξυπνήσω ,να μη φοβάμαι και να μη δίνω σημασία σε ονείρατα που έχουν χρώμα. Δεν ξέρω αν φοβήθηκα πιο πολύ το φευγιό της μάνας μου ή την παρουσία του μπάρμπα-Τάσου. Δεν ξέρω αν ήταν κάποιος οιωνός ,ούτε αν ήταν που κρύωνα. Θα’θελα να μπορώ να βιντεοσκοπήσω τα όνειρά μου και να τα δω με την ησυχία μου μετά – καρέ καρέ. Θα’θελα να είναι όλα ασπρόμαυρα και να μπορώ να τα χρωματίσω εγώ. Και τώρα που ετοιμάζομαι πάλι να ονειρευτώ, θα’θελα να ζήσω μέσα σε ένα όνειρο ότι δεν μπορώ να ακουμπήσω , ότι δεν μπορώ να γευτώ , ότι δεν μπορώ να φωνάξω. Να φορέσω μια μάσκα. Μια μάσκα να κρύβει το πρόσωπο. Το πρόσωπο που κρύβει τον πόνο. Τον πόνο που τρώει την καρδιά. Την καρδιά που ποτέ δεν ξέρει.
Μου είπες πως σήμερα με νιώθεις κάπως...Σωστά μετράει το νιωθόμετρό σου. Φοβήθηκα. Είναι αλήθεια. Έμεινα ένα βήμα πίσω , μήπως προπορευτεί το όνειρο. Ήμουν πάντα ατσάλινη. Και τούτη η ανθρώπινη προβιά με στενεύει. Χρειάζομαι τώρα μια άνω τελεία. Για τα όνειρα προσεχώς. Και δυό εισαγωγικά, για τα λόγια που τρέχουν. Χρειάζομαι λίγο ροζ , για το πινέλο μου και μια πρέζα αλάτι για τις πληγές μου. Ένα κομμάτι χαρτί γιατί το ρημάδι το πληκτρολόγιο δεν ματώνει. Χρειάζομαι μια πένα. Να βγάλω τους λεκέδες απ’το παλιό κόκκινο φόρεμα.. Και ένα τραγούδι να βρέξω τα χείλη μου.

0 σχόλια

Make A Comment
top