Turn the page.



Όταν έχασε όλη την περιουσία του στο τζόγο, έβαλε όπως όπως μερικά πράγματα σε ένα σακίδιο και πήρε τους δρόμους. Αν και τα περισσότερα τα είχε αφημένα σε ξένα σπίτια και αυλές , ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει δημιουργώντας νέες συνθήκες , νέα μέλη , νέους στόχους. Ο τρόπος που έγιναν όλα ήταν τέτοιος που τον είχε κάνει νευρικό και γκρινιάρη σαν παλιόγερο. Η απαξίωση των πάντων που τον έφεραν σε αυτό το σημείο σημάδευε κάθε βήμα του. Όλα ήταν στραβά καμωμένα και έπρεπε πάσει θυσία να ισιώσουν. Τα χρέη πολλά. Οι τόκοι περισσότεροι. Οι δανειστές απειλούσαν. Φοβόταν για τη σωματική του ακεραιότητα. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρεί μετρητά να ξεχρεώσει. Αυτό που τον ένοιαζε περισσότερο ήταν το μεγάλο πλήγμα που είχε υποστεί η αξιοπρέπειά του. Το εγώ που έγινε χιλιάδες κομμάτια. Και αυτά τα χρήματα θα ήταν το ξέπλυμα των προσωπικών του απλύτων λογαριασμών. Σκόπευε να κάνει αυτό που πάντα ήξερε να κάνει καλά για να τα τακτοποιήσει όλα. Είχε ωραίο παρουσιαστικό , κοφτερό μυαλό και αμείλικτη γλώσσα που σκεφτόταν πως έπρεπε να την περιορίσει λίγο. Όταν έπαιζε μουσική , ο κόσμος τον λάτρευε. Ποντάριζε μόνο στην τέχνη και την πάστα του. Καμιά θυσία αυτή τη φορά στη θεά τύχη.
Η θεά τύχη όμως είχε άλλη άποψη. Αφού τον παίδεψε με δουλειές που δεν καρποφορούσαν , αφού ταλαιπωρήθηκε να ζητιανεύει για το μεροκάματο που ούτε για τσιγάρα και λίγη τροφή και ασφαλή στέγη δεν έφταναν, του άφησε στο δρόμο του ένα διαμάντι. Ένα κομμάτι πολύτιμη πέτρα ακατέργαστη. Προσευχόταν να ερχόταν ο διάβολος μπας και κατορθώσει να συμφωνήσει μαζί του –με μια ενδεχόμενη ανταλλαγή, μα δεν εισακούστηκε καμιά προσευχή. Η πέτρα στα χέρια του ήταν παιχνίδι και έτρεμε από τη μιά να μην τη χάσει και από την άλλη καιγόταν να την ξεφορτωθεί. Ήθελε να βρει τρόπο να την πουλήσει, να κερδίσει την ευκαιρία για την χαμένη αξιοπρέπεια. Δεν ήξερε αν πρέπει να ρισκάρει ξανά. Πάλι τζόγος; Αν την πουλούσε , θα ξεχρέωνε. Αν την κρατούσε , θα ικανοποιούσε τη ματαιοδοξία του και την τύχη. Θα είχε μετά από πολύ καιρό , κάτι πολύτιμο , δικό του. Κάτι που δεν θα τον απογοήτευε ποτέ. Κάτι , λαμπερό και θεσπέσιο , σκληρό και δυνατό μαζί. Υπάρχει δρόμος χωρίς τζόγο; Χωρίς τη δυνατότητα της επιλογής; Χωρίς την ηδονή της αμφισβήτησης; Χωρίς ίχνος βλακείας; Αυτή και αν είναι αεικίνητη...Ευκίνητη προς όλες τις κατευθύνσεις...Μπορεί να φορέσει όλα τα φορέματα της αλήθειας.Το ρίσκο μεγάλο. Ίδρωσε. Τέτοια ευκαιρία; Πότε θα του δινόταν ξανά; Και ύστερα σκέφτηκε πως τούτη η ευκαιρία δεν δίνεται. Την κλέβεις. Αλλιώς μένει αδιάθετη και σε σκοτώνει. Και έπειτα σιώπησε. Ήταν εκείνη η σιωπή που συνδυάζεται με φωνή ύπαρξης. Ήταν γνώση χωρίς έπαρση. Αναγέννηση.

Το τέλος του παραμυθιού , άρχισε στη μέση**

Η μικρή κοκκινοσκουφίτσα πήρε το καλαθάκι της και πήγε να βρει τη γιαγιά της που έμενε στο άγριο δάσος. Στο δρόμο συνάντησε την κακιά μάγισσα που της έδωσε το δηλητηριασμένο μήλο , με αποτέλεσμα με μια και μόνο δαγκωματιά να βρεθεί με περιέργο τρόπο ψηλά στον πύργο που κατοικούσε η κάκιστη μητριά. Εκείνη όμως που κατά βάθος ήταν πολύ πανούργα, έριξε τα μακρυά ξανθά μαλλιά της , έγιναν σκάλα και έτσι ο κοντορεβυθούλης κατόρθωσε να ανέβει σε ένα από τα άστρα που μετρούσε ο μικρός Πρίγκηπας. Τα τρία γουρουνάκια ανησύχησαν που ο κακός λύκος έπαιζε τάβλι με ένα από τα τρία κατσικάκια και ξέχασε να έλθει να τα φάει , κάλεσαν με το σήμα του κατεπείγοντος τον παπουτσωμένο γάτο , που είχε μπλέξει στη μαζική δολοφονία της οικογένειας σταχτομπούτων.

Πάνω στη σύγχιση όλοι ανακάλυψαν πως είχε λάβει χώρα ο αποσυντονισμός των ηλεκτρομαγνητικώνν κυμάτων του χωροχρόνου. Κανείς δεν ήξερε αν ζει τώρα ή θα ζήσει μετά. Αν ήταν γέρος ή μωρό. Κανείς δεν ήξερε αν πατούσε σε γη ή κολυμπούσε. Αν είχε δέρμα ή λέπια.. Αν ήταν ήρωας παραμυθιού ή γραφική φιγούρα της πόλης. Μια πόλη που πονούσε, γιατι δεν είχε ούτε αρχή , ούτε τέλος. Μια πόλη-πλανήτης που δεν είχε ποτάμια και βουνά , μα μόνο σύνορα και τάφους.

Το μολυβένιο στρατιωτάκι αρρώστησε βαριά. Μα ήταν απίστευτα χαρούμενο που γνώρισε την Αλίκη σε αυτή τη χώρα των θαυμάτων. Δεν μπήκε στον κόπο να τη χαιρετήσει , ούτε να της γράψει το αντίο σε ένα γράμμα. Την έλεγε θαύμα και χαρά της ζωής, λουλούδι και άρωμα του νου του. Και αυτό ήταν το νόμισμα , που θα πλήρωνε το βαρκάρη. Η περιουσία του. Η κληρονομιά της.


** Στο Μάνο

Tρίπτυχο





Το στούντιο ήταν βαλμένο στο δώμα της πολυκατοικίας. Από την τεράστια τζαμαρία έβλεπες πιάτο το λιμάνι και ο αέρας ήταν αδύνατο να σου επιτρέψει να μείνεις πολύ ώρα στο μπαλκόνι. Η πρώτη εντύπωση ήταν απογοητευτική. Μου θύμιζε αχούρι. Τρίποδα, παλέτες , μπογιές και πινέλα ότι και όπως να’ναι..αλλού ντ’αλλού πεταμένα. Παρόλα αυτά το μάτι συνήθισε εύκολα σαν να ανακατώθηκαν τα χρώματα , χόρεψαν πάνω σε καμβά ανέγγιχτο και γίναν πίνακας του Γκονγκ.Ηρεμία και γαλήνη..ένιωσα..πως ήταν ο φυσικός μου χώρος.
Είχαμε κλείσει το ραντεβού ένα μήνα πριν.Είπε πως τα έντονα χαρακτηριστικά και κυρίως το νερένιο βλέμμα θέλει να τα κάνει αθάνατα. Είπα πως αν καταφέρει να σκαλώσει τη στιγμή θα έλυνα αυτή τη θηλιά στο λαιμό που με πνίγει χρόνια τώρα. Ήταν κάτι σαν στοίχημα.
Στη μέση του καθιστικού ήταν ένα λευκό ανάκλιντρο. Με έβαλε να καθίσω εκεί , αφού πρώτα μου έφτιαξε ζεστή σοκολάτα. Στην αρχή κάθισα σαν κούτσουρο μη μπορώντας να βρω τις συντεταγμένες της τρισδιάστατης φιγούρας μου. Μετά από δυό τσιγάρα κατάφερα να απλωθώ με άνεση. Το ένα μου χέρι κρατούσε βαριεστημένα το κεφάλι , ο κορμός ήταν αφημένος στην τύχη του και τα πόδια μου αναποφάσιστα για το αν έπρεπε να φύγουν ή να μείνουν , βρήκαν τη θέση τους αγναντεύοντας το κενό στο τέλος του ανάκλιντρου...
Στάθηκε απέναντι μου και πίσω του ακριβώς ένας καθρέπτης. Μου είπε πως ο καθρέπτης είναι απαραίτητος γιατί μόνο έτσι μπορεί να κρίνει το έργο του σαν να μην είναι δικό του. Μου είπε πως έτσι έβλεπε τα λάθη του και τα διόρθωνε. Πώς έβαζε τις φωνές στον εαυτό του σαν αυστηρός κριτής, τον μάλωνε και μετά τον συμβούλευε. Πρόσεχε καλύτερα τη σκίαση και την προοπτική. Και αφού τακτοποίησε τα χρώματα , τα πινέλα και το θέμα του άρχισε..
Μα...
Έπειτα από τουλάχιστον τρεις ώρες δουλειά πέταξε με τη βία τα εργαλεία του..Σαν μανιακός που κάποιος τόλμησε να του πάρει το φαϊ από το στόμα , που τον κοροϊδεψε , τον ταπείνωσε , τον πρόσβαλε...

-Δεν χωράς..Σε έναν καμβά δεν χωράς ...είναι αδύνατο

Χαμογέλασα και αναρωτήθηκα χαμηλόφωνα..

-Δεν είμαι δα και τόσο χοντρή..

Με αγνόησε...

-Θα σε κόψω στα τρία..κεφαλή, κορμός , πόδια..
Δεν έχω τόσο μπλε να γράψω τα μάτια σου, δεν έχω τόσο πράσινο να ράψω το φουστάνι σου, δεν έχω τόσο απέραντο να περπατήσω τα πόδια σου.


Και ύστερα θύμωσα

-Μη γελιέσαι.. Δεν υπάρχω.Τίποτα, μόνο μια αισθητική εικόνων είμαι.Μην το ξεχάσεις αυτό.

...Σπάνιο πλάσμα... περιφέρεις τη ψυχή σου,αναλαμβάνοντας το κόστος. Μην παιδεύεσαι με τις σκιές...άστες σε μένα...εσένα σου αξίζουν ήλιοι..εσύ κράτα ως δώρο το σεβασμό να μη σου επιτρέψω να σου κοστίσω τίποτα..Το δώρο μου είναι αυτό , μέχρι να ενώσω τα κομμάτια σου.

Είπε και ανέκφραστος άρχισε ξανά.

τσα!

Μετά από χιλιάδες γράμματα πρώην και νυν και αεί θαυμαστών , επιστολές διαμαρτυρίας , απεργίες πείνας , απειλές σουϊσάιντ , και απελπισμένες εκκλήσεις το βλόκ αυτό κηρύσσει την επαναλειτουργία του στην ίδια και χειρότερη χαοτική κατάσταση.
..Και επειδή το εκκρεμμές έχει μαζέψει πολύ πράμα τόσους μήνες που είναι βυθισμένο στη σιωπή και την ακινησία , σήμερα αρκείται μόνο σε μιά μικρή , λιτή και απέρριτη αφιερωσούλα σε όλα τα καμάρια του , που τόσο του έλειψαν...

..και αφήνει χίντ για το πρώτο χαοτικό παραλήρημα...προσεχώς...

Πολύ χιόνι





Εσύ τώρα νομίζεις πως σε ξέχασα. Έχεις τα δίκια σου. Πέρυσι κόσμος έμπαινε και έβγαινε άφηνε βαζάκια με γλυκό κουταλιού στο χαλάκι της εξώπορτας , λουλούδια στο περβάζι. Πέρασαν γιορτές , μια πρωτοχρονιά και ένας χειμώνας και έμεινες μόνο σου. Κλειστά παράθυρα και σκουριασμένοι σύρτες. Αράχνες και σκόνες. Σημάδια και ευχές γραμμένα στους τοίχους. Μουσικές και έρωτες χωμένοι στις χαραμάδες. Στάχτες στο τζάκι και μουντζούρα στα τζάμια.
Σήμερα είπα να ανοίξω λίγο τα παράθυρα, να μπει ήλιος και καθαρός αέρας. Βροχή και σύννεφο.Χιόνι και χαλάζι. Να πλύνει , να ξεπλύνει , να αγιάσει.Είπα να αλλάξω σεντόνια , τραπεζομάντηλα, τα παλιά κρύσταλλα, τα μαυρισμένα ασημικά. Είπα να πετάξω τα χαλασμένα , να αδειάσω τα τασάκια , να ξεσκονίσω , να συγυρίσω , να συμμαζέψω. Είπα να σου δείξω τα καινούρια σχέδια, τα καινούρια παπούτσια του χιονιού, το καινούριο μεθαύριο. Είπα να σε παίξω χιονοπόλεμο , να σου βάλω καρότο αντί για μύτη. Να σε κάνω χιονάνθρωπο , να σε προετοιμάσω , να σε πάρω μαζί μου.
-Καλημέρα...
-Τι νέα;
-Φεύγουμε.....
-Που;
-Πόλη χιόνι....Μη ρωτάς...



top