Φωτοσύνθεση


I found a reason to live today/ I found a reason to live today…τραγουδάνε χαρούμενοι οι επτά νάνοι κάθε πρωί καθ’οδόν για το δάσος. Καθ’οδόν ,με λόγους που βρήκα ή ξαναβρήκα κάπου ξεχασμένους....Επιτέλους ο ήλιος έσκασε μύτη και νομίζω πως φωτοσυνθέτω ξανά.... Λέρωσα τα χέρια μου με χώμα, φτιάχνοντας τα καινούρια λουλούδια της άνοιξης..και περιμένω τη δική μου οικογένεια χελιδονιών να στήσει την ίδια φωλιά.
Έκανα μια βόλτα πολύ πρωί –είχα χρόνια. Την ώρα που νυσταγμένοι όλοι κουτουλάνε στο τιμόνι, που μυρίζει ζεστός καφές , που οι μαθητές οδεύουν στο μαρτύριό τους, που η θάλασσα έχει εκείνο το κρύο μπλέ και γουστάρεις εκείνη τη στιγμή να βουτήξεις τα πόδια σου.Το βλέμμα μου σκάλωσε σε ένα παγκάκι. Ε+ Μ = Love for ever.Αγάπες παλιές χαραγμένες στο ξύλο. Στασίδια της νύχτας και της μέρας , που γέμισαν ερωτόλογα και χάδια. Κλέφτρα στιγμών ένιωσα. Σαν παλιά Polaroid.
Ύστερα οι στιγμές έγιναν λόγοι...I found million reasons to live today.

Hope


Hell. Δεν ήταν σαν την κανονική κόλαση,με τα καζάνια, τις φωτιές, τα αιωρούμενα γυμνά σώματα...μα μια άλλη. Είχε πολύ φως , γελωτοποιούς, μουσικές και χρώματα. Θα μπορούσε να την πει κανείς παράδεισο.Κανείς όμως δεν μιλούσε. Επικρατούσε απίστευτη μοναξιά, κρύο και πίσω από τα γέλια μπορούσες να διακρίνεις τη θλίψη. Άγγιζα τον διπλανό μου ,μα είχε διάφανο σώμα και δεν ένιωθα ούτε εγώ , ούτε εκείνος.Έμοιαζε πιο πολύ με θάλασσα , βαθιά και άγρια και λιγότερο με ζούγκλα. Σε καλούσε να βυθιστείς ,μα υπέγραφες για ένα ταξίδι χωρίς συντεταγμένες και χάρτες. Στάθηκα για λίγο σκεπτική όπως ο Νίο , τη στιγμή που διάλεγε το μπλέ ή το κόκκινο χάπι.

Open your mind. Σε κάθε επιλογή είτε μπλέ είτε κόκκινη,δεν ξέρεις τι μέλλει γεννέσθαι. Είναι όπως όταν βρίσκεσαι σε έναν κόμβο. Πρέπει να αποφασίσεις πολύ γρήγορα αν θα πας δεξιά ή αριστερά και δεν μπορείς να μείνεις πολύ ώρα εκεί γιατί εμποδίζεις. Άνοιξα τις πύλες του μυαλού ,και για παν ενδεχόμενο εφοδιάστηκα με μπούσουλα και ας το απαγόρευε το συμφωνητικό. Πήρα και ένα καθρεπτάκι έτσι ώστε αν τα κύματα με παρασύρουν να καλέσω βοήθεια.

Pendulum. Στην αρχή έκανα κύκλους γύρω από τη θέση ισορροπίας μου. Η ίδια κόλαση ,καμιά αλλαγή. Η εξαναγκασμένη ταλάντωση που δημιούργησα με ζάλισε και θόλωσε το μυαλό μου πολλές φορές. Ο μπούσουλας έχανε το βορά και το καθρεπτάκι μου πότισε αλμύρα. Τιμόνι άχρηστο και πανιά σκισμένα. Χρόνος χωρίς διαστάσεις . Χώρος σημειακός. Κρεμόμουν από το νήμα μου όπως το παλιό εκκρεμές της σοφίτας. Σταματούν ποτέ να ταλαντεύονται;

Equilibrium. Τίποτα δεν ήταν ίδιο. Και ας νόμιζα πως δεν άλλαζε κάτι. Η ισορροπία ήρθε αβίαστα , νωχελικά και με δάμασε. Χρειάστηκε να χάσω έναν εαυτό και μιαν αλήθεια , χρειάστηκε να ξεγελάσω την κόλαση για να δω πως όλοι οι παράδεισοι κρύβονται σε μια σταγόνα νερό. Αυτή που έτρεξε από τα μάτια μου όταν βρήκα εκείνη που έψαχναν όλοι. Ελπίδα θαρρώ την έλεγαν.

Τριανταέξι

**photo: Time by Elestrial





Όσο αυξάνονται τα κεράκια ,τόσο αυξάνεται και ο κρύος ιδρώτας; Θέλω να πω...τα ποσά είναι ανάλογα ή είναι ιδέα μου;
Από μικρό παιδί γιόρταζα πάντα δεόντως τα γενέθλιά μου, καθώς κανείς δεν ήξερε πως έχω ονομαστική εορτή ή οι ελάχιστοι που το ΄ξεραν έκαναν την πάπια καθώς ήταν ταπί και ψύχραιμοι απο τις καλοκαιρινές διακοπές και ήθελαν να γλιτώσουν το δώρο..
Η μητέρα μου διοργάνωνε απίστευτα πάρτυ..ήταν και περίοδος καρναβαλιού οπότε όλοι το χαιρόμασταν..Δεν θα ξεχάσω στο λύκειο που οι κολλητές μου , έφυγαν στα κλεφτά στο διάλειμμα να μου φέρουν τούρτα σοκολάτα , που την κόψαμε στην ώρα της φιλοσοφίας , εν μέσω Αριστοτέλη και Πλάτωνα...
Στα φοιτητικά μου χρόνια τα πάρτυ ξέφευγαν λίγο απο το οικογενειακό περιβάλλον.Έλεγα στην παρέα μου "ελάτε το βράδυ από το σπίτι" και -δεν ξέρω πως γινόταν- στριμωχνόμασταν 120 άτομα σε ένα δυάρι, τα ξύδια έρρεαν άφθονα και το πρωί μαζεύαμε την τούρτα από τους τοίχους που είχε καταλήξει μετά τον πόλεμο...
Και μετά....μεγαλώνεις...δεν βάζεις όλα τα κεράκια πια στην τούρτα..διοργανώνεις πάρτυ στα παιδιά σου το σπίτι γεμίζει γαριδάκια και καθαρίζεις μια ολόκληρη εβδομάδα μέχρι να φύγει η λίγδα απο τα πατώματα..που καιρός , που μυαλό να θυμηθείς οτι γιορτάζεις και εσύ...Βλέπεις και κείνη τη ρυτίδα που έσκασε μύτη ξαφνικά ένα πρωί και μια μόνο ραγάδα στον αριστερό μηρό, είναι αρκετή για να σου ρίξει την ψυχολογία...
Αρκεί να σε θυμηθούν οι φίλοι σου 12+1 ...ένα μήνυμα στο κινητό...ένα τηλέφωνο...και αμέσως πάλι παίρνεις τα πάνω σου...ένα χαμόγελο...και ένα άδειο ποτήρι....να γίνεις γριούλα με άσπρα μαλλιά...Άραγε αυτό με άσπρα μαλλιά για καλό το λένε;
Ο χρόνος είναι φανταστικό μέγεθος.. όχι πραγματικό. Πως μπορούμε να τον μετράμε με τρύπες από κεράκια; Θυμόμαστε αναπόφευκτα αυτά που πέρασαν , αυτούς που πέρασαν , που ήταν κοντά μας , που ίσως δεν υπάρχουν πια..., γελάμε, τρομάζουμε λίγο...και εγώ αναρωτιέμαι...
Θέλω να κάνω τόσα πολλά...τα βλέπω μπροστά μου...Ο χρόνος θα με αφήσει;Θα μου δοθεί;Θα με προσπεράσει;

Τριανταπέντε ευχές έκανα...για πολλά χρωστούμενα σ'αγαπώ...και σήμερα μία ακόμα.Τριανταέξι.





Μπροστά στο Νόμο

Μπροστά στο Νόμο στέκει ένας φύλακας. Σ’αυτόν το φύλακα έρχεται ένας άνθρωπος από την ύπαιθρο και τον παρακαλεί να τον αφήσει να μπει στο Νόμο. Ο φύλακας του απαντά πως αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος συλλογιέται και ύστερα ρωτάει αν θα μπορέσει να μπει αργότερα. «ίσως» , λέει ο φύλακας , «τώρα όμως όχι». Η πύλη που οδηγεί στο Νόμο είναι ανοιχτή ,όπως πάντα, και καθώς ο φύλακας στέκει παράπλευρα , ο άνθρωπος σκύβει για να κοιτάξει μέσα. Βλέποντάς τον ο φύλακας χαμογελάει και λέει : « αν τόσο σε τραβάει , δοκίμασε λοιπόν να μπεις παρά την απαγόρευσή μου. Σημείωσε όμως : είμαι ισχυρός . Και δεν είμαι παρά ο τελευταίος από τους φύλακες , ο ένας πιο ισχυρός από τον άλλο. Να φανταστείς πως τον τρίτο στη σειρά και εγώ φοβάμαι να τον αντικρύσω».
Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο άνθρωπος από την ύπαιθρο , κι όμως ο Νόμος ,σκέφτεται ,έπρεπε να είναι προσιτός σε όλους και ανά πάσα στιγμή , μα , εξετάζοντας τώρα πιο προσεκτικά το φύλακα με τη γούνα του , τη μεγάλη σουβλερή μύτη του και τη μακριά , αραιή ,μαύρη , τατάρικη γενειάδα του , αποφασίζει πως είναι καλύτερα να περιμένει ωσότου τον αφήσουν να μπει. Ο φύλακας του δίνει ένα σκαμνί και τον αφήνει να καθίσει πλάι στην πύλη. Εκεί κάθεται μέρες και χρόνια. Κάνει πολλές απόπειρες να τον αφήσουν να μπει και καταπονεί το φύλακα με τα παρακάλια του. Ο φύλακας του κάνει συχνά ,συνηθισμένες ερωτήσεις , τον ρωτάει για τον τόπο του και για πολλά άλλα , μα οι ερωτήσεις του είναι ψυχρές όπως αυτές που κάνουν οι αφέντες , και στο τέλος του λέει πάντοτε πως δεν μπορεί ακόμα να τον αφήσει να μπει. Ο άνθρωπος , που ήταν καλά εφοδιασμένος για το ταξίδι , τα διαθέτει όλα , όσο πολύτιμα και αν είναι , για να εξαγοράσει τον φύλακα. Κι ο φύλακας τα δέχεται όλα λέγοντας όμως στο κάθε δώρο: «το δέχομαι μόνο για να μη νομίσεις πως κάτι παρέλειψες».
Όλ’αυτά τα χρόνια που περιμένει , ο άνθρωπος συγκεντρώνει την προσοχή του σε αυτόν τον φύλακα ,σχεδόν αποκλειστικά. Ξεχνάει τους άλλους φύλακες και του φαίνεται πως αυτός ο πρώτος είναι το μοναδικό εμπόδιο μπρος στην είσοδο του Νόμου. Τα πρώτα χρόνια καταριέται φωναχτά την κακή του μοίρα , αργότερα , καθώς γερνάει , μουρμουρίζει μόνο. Ξαναμωραίνεται , και επειδή στη μακρόχρονη εξέταση του φύλακα γνώρισε ακόμα και τους ψύλλους στο γιακά της γούνας του , παρακαλεί και τους ψύλλους να τον βοηθήσουν και να μεταπείσουν τον φύλακα. Τελικά αδυνατίζει το φως του και δεν ξέρει αν γύρω του στ’αλήθεια σκοτεινιάζει ή αν τα μάτια του τον γελάνε. Μα μες στο σκοτάδι βλέπει τώρα φως ανέσπερο να ξεχύνεται από την πύλη του Νόμου. Τώρα πια οι μέρες του είναι μετρημένες.
Πριν από το θάνατό του όλες οι εμπειρίες όλων αυτών των χρόνων συγκεντρώνονται στο μυαλό του σ’ένα ερώτημα , που ποτέ δεν έβαλε στον φύλακα. Του γνέφει να πλησιάσει γιατί δεν μπορεί πια να ορθώσει το αποστεωμένο κορμί του. Ο φύλακας αναγκάζεται να σκύψει βαθιά κατά τη μεριά του γιατί η διαφορά του αναστήματός του έχει μεταβληθεί σε βάρος του ανθρώπου. «Τι άλλο θες να μάθεις ακόμα;» ρώτησε ο φύλακας , «είσαι αχόρταγος». «Όλοι πασχίζουν να γνωρίσουν το Νόμο» , λέει ο άνθρωπος , «πως γίνεται και τόσα χρόνια δεν ζήτησε κανένας εκτός από μένα να μπει;» . Ο φύλακας βλέπει πως ο άνθρωπος είναι πια στο τέλος του και επειδή σβήνει η ακοή του , φωνάζει μέσα στο αφτί του, «Κανένας άλλος δεν μπορούσε να μπει από εδώ γιατί η πύλη αυτή προοριζόταν αποκλειστικά για σένα. Τώρα πάω να την κλείσω».

[Από τη Δίκη του Φραντς Κάφκα, σε μετάφραση Τέας Ανεμογιάννη , Εκδόσεις Θεμέλιο.Ας σημειωθεί ότι στα Εβραϊκά η λέξη για το Νόμο είναι «Torah» , που σημαίνει επίσης και «αλήθεια». Ο Όρσον Ουέλς διαβάζει με θαυμαστό τρόπο αυτή την παραβολή στην κινηματογραφική του μεταφορά της Δίκης].
***Μια μικρή συζήτηση με μια φίλη ,χθες...μου θύμησε την ωραία αυτή παραβολή. Ανακάλυψα και πάλι , πως για τον καθέναν λειτουργεί διαφορετικά...όπου Νόμος..δοκιμάστε να βάλετε Θεός, Αλήθεια ..ακόμα και Αγάπη....

Τώρα

Αυτές οι μέρες στον τόπο μου είναι παράξενες. Τις περιμένουμε , όπως τα μικρά παιδιά περιμένουν τη σχολική εκδρομή , την κοπάνα, το διάλειμμα. Οι στολές μας πολύχρωμες, τα υλικά φτηνά, κατασκευές από το τίποτα. Οι νύχτες μας τελειώνουν όταν βγεί ο ήλιος, και περιμένουμε μετά τον πρώτο δυνατό καφέ να φάμε ζεστούς λουκουμάδες στον φάρο. Ο καιρός δεν μας πτόησε ποτέ , ούτε η κούραση.
Αυτό που για κάποιους είναι κρεπάλη, για μας είναι πολιτισμός. Είναι σάτυρα, είναι έμπνευση ,δημιουργία, επανάσταση. Είμαστε οι επίσημοι κουκουλοφόροι της διασκέδασης. Χωρίς μέτρο στην μέθη , στην παρακμή , στην απόλαυση. Στην πόλη θα έρθει η Έφη Θώδη , Ο Γιώργος Μάγκας με το επιτελείο του, ενδεχομένως και η Στέλλα Μπεζαντάκου να μας τιμήσει με την παρουσία της. Τα μαγαζιά θα γεμίσουν ασφυκτικά , οι δρόμοι θα πλημμυρίσουν ερασιτέχνες χορευτές, τα σπίτια θα γίνουν αυτοσχέδιες disco rooms. Πολιτισμός.
Οι θεούσοι λένε πως είμαστε διαολεμένοι και τιμούμε τον Διόνυσο , οι μίζεροι λένε πως χαλάμε τα λεφτά της πόλης σε χαζομάρες και δεν τα δίνουμε στους φτωχούς, οι κακομοίρηδες λένε πως απλά είμαστε επιδειξίες. Εμείς επιμένουμε πως απλά τιμούμε το ..μια ζωή την έχουμε... Γιατί τα κόψαμε σχεδόν όλα...ταξίδια, εκδρομές, ανοίγματα στη δουλειά, το τσιγάρο (όπου να’ναι) , το ποτό- άντε και μερικοί έχουν κόψει και κάτι άλλο. Μας έχει μείνει μιζέρια και γκρίνια. Τι πειράζει ,μια φορά το χρόνο να ξεχνάμε λίγο τον καθημερινό μαραθώνιο; Να ξεχνάμε που δεν έχουν ρευστό οι τράπεζες, που το κράτος μας πίνει το αίμα με το καλαμάκι ,αργά και βασανιστικά. Τι πειράζει λίγη παρακμή , τι πειράζει το φλέρτ στους δρόμους; Η ερωτική ατμόσφαιρα; Το παιχνίδι; Ο χορός;
Στην προσπάθειά μας να γίνουμε ή να δείχνουμε πολιτισμένοι και σοβαροί , χάσαμε τις μικρές εκείνες χαρές που μας έδιναν αφορμή για φυγή.Σηκώσαμε επιδεικτικά το δάκτυλο στα φτηνά , και το παίξαμε κουλτουριάρηδες και δήθεν. Παρασυρθήκαμε από την καθημερινή τρέλα , τις μπουντουνιέρες του σαμιαμίδη και τον καιρό της πετραδούλας και ξεχάσαμε πως φτηνή είναι και η όπερα όταν δεν μπορείς να δακρύσεις στο άκουσμά της. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στη σιωπή και τη φωνή , στο βουνό και τη θάλασσα, να διαβάζουν ποίηση και κόμικς, να χαίρονται και στα μπουζούκια και στο μέγαρο. Να γουστάρουν κάθε στιγμή ότι κάνουν...να το κάνουν με πάθος....Σήμερα!
Τώρα. Ότι είναι να κάνεις, κάντο τώρα...Μακρυά από κριτές , επικριτές και πικρόχολους. Βγες, χόρεψε, φλέρταρε, πες αυτό που έχεις να πεις...τώρα...μπορεί να μην έχεις άλλη ευκαιρία...


top