Light Of Wonder


Στο παζάρι της βρώμικης πόλης ήταν πολλά τα καλούδια.Υφάσματα, δέρματα, μπακίρια.Όλα στους πάγκους μπερδεμένα , χωρίς ταμπέλες και τιμές.Πιο πολύ μύριζε χώμα, και ιδρώτα.Που και που ερχόταν και μια μεθυστική μυρωδιά από λιβάνια και μπαχάρια και κάλυπτε την ασχήμια. Άλλος κόσμος, φτωχός. Ρακένδυτος ,άχρωμος.Οι πραματευτάδες φώναζαν ο ένας πιο δυνατά από τον άλλο, μια γλώσσα ακαταλαβίστικη,σχεδόν εξωγήινη, προσπαθώντας να επιβληθούν. Να τους προσέξεις,να αγοράσεις από κείνους. Πάνω πάνω έβαζαν τα καλά. Τα χρωματιστά,τα όμορφα. Και από κάτω αν έβαζες το χέρι σου,έβγαζες σκουλήκια και ερπετά. Αν τολμούσες να κάνεις παράπονο, το μάτι του έμπορα, αγρίευε,μαύριζε...Μάζευε βιαστικά τα ψεύτικα και άρχιζε να βρίζει..

Οι δρόμοι στο παζάρι στενοί. Ίσα που χωρούσαν δυό. Έκανα ώρα να τους διασχίσω. Έμοιαζαν με λαβύρινθο. Στην αρχή νόμισα πως βρίσκομαι σε ένα ταξίδι , μετά κατάλαβα πως έχασα το δρόμο προς την έξοδο. Κάθε δρομάκι οδηγούσε και σε άλλους πάγκους,πιο μεγάλους ή πιο φανταχτερούς. Και πιο πέρα άλλος..και άλλος...γύρισα το κεφάλι μου πίσω ,να δω πως ήρθα... μα ζαλίστηκα...ήταν όλοι ίδιοι.Σκέφτηκα πως ήταν αργά να σκορπίσω ψιχουλάκια και άφησα την τύχη να με οδηγήσει.

Η τύχη είχε χρώμα κόκκινο. Ήταν ένα βαθύ κόκκινο φουλάρι ξαπλωμένο νωχελικά δίπλα σε πολυτελή αρώματα. Ήταν τόσο όμορφο που νόμισα πως αν το ακουμπήσω θα ματώσω τα χέρια μου. Θέλησα να γευτώ το μετάξι του μα ένα χέρι σταμάτησε την κίνησή μου. Και μια φωνή ψιθύρισε: «Αν αγγίξεις, θα γευτείς. Αν γευτείς,θα θυμάσαι». Δίστασα.Τι θα θυμηθώ; Τι να ξεχάσω; Σαν άτολμη Εύα ένιωσα. Κρύα και γυμνή μπροστά στη γνώση. Το φουλάρι έγινε μήλο και το χέρι ,φίδι. Και αν αρχικά με σταμάτησε, τώρα με ωθούσε εκεί που δεν έπρεπε. Και όσο με ωθούσε τόσο απομακρυνόμουν. Όσο μεγάλη ήταν η επιθυμία μου να το πιάσω , τόσο μεγάλη έγινε η απέχθειά μου.

Δεν ήταν που φοβήθηκα τη φωνή. Ούτε οι κατάρες που μπερδεύονταν με προσευχές.Παράξενο μα αυτή η δυσκολία της επιλογής μου έγινε αιτία διχασμού. Σαν να αφορούσε και άλλους αυτό το κόκκινο. Μα αφού το είχα κάνει δικό μου μόλις το είδα...δεν ήταν ανάγκη να το αγοράσω. Το είχα ήδη κερδίσει. Τι παραπάνω ζητούσαν όλοι αυτοί; Για πρώτη και μοναδική φορά στη ζωή μου, στάθηκα μπροστά σε όλους ,αγέρωχη,όπως τότε που ήμουν μικρή και παίζαμε αγαλματάκια ακούνητα. Το χέρι μου βρήκε το τσιγάρο και το τσιγάρο τη φωτιά. Η φωτιά έγινε φως. Ένα περίεργο , δυνατό κατακίτρινο φως. Ο καπνός θόλωσε το τοπίο και όλοι έμοιαζαν μικρούληδες. Το φίδι άλλαξε δέρμα και έγινε διαφανές, σχεδόν αόρατο. Το κόκκινο μήλο μεταμορφώθηκε σε παιδικό παιχνίδι και κύλησε στα πόδια μου. Ήταν το ωραιότερο χάδι. Σαν τέλειωσε το τσιγάρο,ήξερα. Τα θαύματα έχουν χρώμα.

9 σχόλια

Make A Comment
top