Χαμαιλέων



Πάντα στο πρώτο θρανίο, φυτό. Ένα δειλό παιδί , που κοκκίνιζε κάθε που ο δάσκαλος απηύθυνε ερώτηση. Φαινομενικά ήταν σαν όλα τα άλλα παιδάκια της ηλικίας, κοντό καρέ κούρεμα με αφέλειες , ορθοδοντικά σιδεράκια , ποτέ δεν ήταν η ψυχή της τάξης, ο αρχηγός. Προερχόμενη από μια μεσοαστική, πατριαρχική και αυστηρή οικογένεια, έμαθε τη μοιρασιά πολύ νωρίς. Την επίπληξη, την αμοιβή και τον έπαινο. Έμαθε να εργάζεται πολύ σκληρά και μπήκε χωρίς να το θέλει σε έναν άτυπο ανταγωνισμό με τους συμμαθητές της με σκοπό την πρωτιά που ποτέ δεν κατάφερε. Έφτανε πάντα πολύ κοντά στην κορυφή μα πάντα κάτι της έβαζε τρικλοποδιά. ‘’Πολύ καλό παιδί’’ , έλεγαν όλοι οι δάσκαλοι από καταβολής της μαθητικής της ζωής. Μα δεν της έφτανε...ποτέ δεν ήταν αρκετό...Αναρωτιόταν... «γιατί δεν γίνεται να είμαι πολύ καλό παιδί , μα να είμαι ορατή, πρώτη, δυναμική» ;


Χρήματα για γαλλικά και πιάνο δεν υπήρχαν. Μόνη διασκέδαση κανένα σινεμά, κανένας καφές στο πάρκο , που και που ,κανένα πάρτυ που όμως έπρεπε να τηρεί τα ωράρια και 9 ακριβώς να είναι στο σπίτι..Δηλαδή, στην ουσία, μόνη διέξοδος τα βιβλία, οι ζωγραφιές,η μουσική. Όταν είχε μολύβια ,τα δάχτυλα σαν μαγνήτες τα άρπαζαν και γραμμές έκαναν ακανόνιστες σε φόντο λευκό. Γαλάζια είναι η ζωή ή άραγε πολύχρωμη; Όταν τον ορίζοντα κοίταζε έβλεπε χρώματα που ήθελαν να την πλησιάσουν. Πολλές φορές αφηνόταν μα ακόμα και τότε δεν τα έφτανε. Έτσι άφηνε το μολύβι και έπιανε τις δικές της νερομπογιές.Εκείνες που ήταν κρυμμένες στο συρτάρι του νου. Ήλιους ζωγράφιζε και φεγγάρια. Θάλασσες και λουλούδια σε μενεξεδιά χρώματα. Την ψυχή σαν άφηνε ελεύθερη ,κλείνοντας τα μάτια , κύκλους πολύχρωμους σχημάτιζε στον αέρα.Και ύστερα έφτανε το βράδυ. Και έπαιρνε φως από τα μάτια της και κάρφωνε στον ουρανό μικρά ασημιά αστέρια. Ο δικός της κόσμος ήταν έτοιμος πια να τον ζήσει.Άλλοτε στο πορτοκαλί , άλλοτε στο μπλε,άλλοτε στο κόκκινο και στο κίτρινο και άλλοτε στο γκρίζο.


Πολλές φορές, επέτρεπε στους άλλους να τη ζωγραφίζουν.Να χρησιμοποιούν την ψυχούλα της για καμβά. Όπως εκείνοι ήθελαν. Και άλλαζε μορφές. Πότε γινόταν θεά Αναγεννησιακή , πότε νεκρή φύση, πότε άχρωμο σκίτσο από κάρβουνο..Έπαιρνε το χρώμα του περιβάλλοντος ,πότε αγρίευε και πότε ηρεμούσε.Πάλευε να βγάλει από πάνω της τα χρώματα που της φόρεσαν. Πέρασαν χρόνια για να αποκτήσει πάλι εκείνο το γαλήνιο λευκό. Το καθαρό. Το διαφανές λευκό που πάντα ποθούσε. Και ήθελε να γεμίσει πάλι με χρώματα που η ίδια είχε επιλέξει αυτή τη φορά. Να αφήσει την ψυχή ελεύθερη ξανά. Να μην επιτρέψει σε κανέναν να ζωγραφίσει πάνω της. Όταν έβαλε όλη της τη δύναμη και έτρεξε ως του ορίζοντα την άκρη, πέρασε απ’τα μάτια της μπροστά θολό τοπίο ,σαν πηγάδι που έχει πέσει στο νερό του ,μια χούφτα χώμα. Μα τότε κοίταξε ξανά τον ουρανό και πήρε στάλα από το γαλάζιο του.Και άρχισε ξανά να ζωγραφίζει.

12 σχόλια

Make A Comment
top